Μέλη

Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Για τον Παναγή μου..





Ξέρεις Πανούκο μου πως πάντα έγραφα εδώ όταν προσπαθούσα να σου δείξω πόσο σε θέλω ή πόσο έχω θυμώσει μαζί σου.

Πάντα έγραφα για να δείξω το χάος που επικρατούσε στο κεφάλι μου, τον πανικό που τρέλαινε το μυαλό και την καρδιά μου.

Και τώρα, τι? Θέλω να σου γράψω μα δε μπορώ. Θέλω να σου μιλήσω μα είναι μάταιο. Θέλω να σου φωνάξω ρε γαμώτο μου, «ΞΥΠΝΑ, ΔΕΣ ΜΕ, ΝΙΩΣΕ ΜΕ» αλλά είναι αυτό το απροσδιόριστο «κάτι» που έχει κολλήσει στο λαιμό μου και με κάνει να ξεροκαταπίνω και να επιλέγω τη σιωπή. Ίσως έτσι, καλύτερα…

Αυτή δεν επέλεξες και εσύ? Πόσο απλά τράβηξες ένα ‘Χ’ σε ό,τι βιαστικό πρόλαβα να ζήσω μαζί σου, μου ανακοίνωσες τις οριστικές αποφάσεις σου, πέταξες το «σκουπιδάκι» από πάνω σου, απαλλάχτηκες οριστικά από εμένα και το βάρος που σου προκαλούσε η ύπαρξη μου και μη τον είδατε τον Παναγή.. «Δυστυχώς μας τελείωσε Νινάκι.. Ίσως κάποτε αν ξανασυναντηθούμε.. Ίσως όταν ο άνθρωπος μάθει να πετάει. Ίσως όταν η αγάπη θα πάψει να πονάει… Ίσως τότε…..» Θέλω να γελάσω. Να γελάσω δυνατά και μετά να βάλω τα κλάματα και να ουρλιάξω μήπως καταφέρω να ξεράσω από μέσα μου ότι με δηλητηριάζει.

Δεν υπήρξα εγώ κάτι διαφορετικό για εσένα. Κάτι ξεχωριστό γαμώτο, κάτι που να άξιζε να του φερθείς με τρυφερότητα, με αγάπη, με φροντίδα..

«Νινάκι, ΌΧΙ. Όχι, μην είσαι χαζή, δεν υπήρξες ποτέ κάτι παραπάνω για αυτόν τον άνθρωπο.»

 Ήταν όλα τόσο ξεκάθαρα από την αρχή. Τόσο μετρημένα. Ένα και ένα κάνουν δύο. Αλλά και μηδέν και δύο πάλι δύο μας κάνουν. Και στην περίπτωση μας, εγώ πίστευα στην πρώτη εξίσωση ενώ εσύ στη δεύτερη Πανούκο μου.

Δεν πίστευες ότι μπορώ να ερωτευτώ το διαφορετικό «εγώ» σου ε? Δεν πίστευες ότι μπορώ να σε θέλω πραγματικά, ότι μπορώ να διεκδικώ, να απαιτώ, να ζητάω, να επιθυμώ, να ονειρεύομαι..

Σε τρόμαζαν τα όνειρα, σε τρόμαζε η αλήθεια, σε τρόμαζα εγώ.

Είναι πολύ να ζητάς μια ζεστή αγκαλιά από τον άνθρωπο που γουστάρεις? Ή μήπως επειδή εσύ δε γούσταρες δεσμεύσεις και έρωτες στα 30, νόμιζες πως είναι όλοι σαν εσένα?

Είμαι εγώ και η θάλασσα μπροστά μου. Κρύα να με πνίγει, όπως με έπνιγε όλο αυτό το διάστημα, η κρύα αγκαλιά που σπάνια με έκανες όταν ζητούσα. Κρατάω στα χέρια μου μια χούφτα βότσαλα και κάθε φορά που σκέφτομαι πόσες φορές προσπάθησα αληθινά μαζί σου και πόσες με απέρριψες, πετάω και ένα βότσαλο στο νερό. Και βλέπω τη χούφτα μου να αδειάζει όπως με άδειασες και εσύ

Δε σου είπαν ποτέ Πανούκο μου να μη παίζεις τέτοια παιχνίδια? Δε σου εξήγησαν ποτέ πως οι ερωτευμένες καρδιές δεν είναι πιόνια? Δε σου έμαθαν πως αυτά δεν είναι παιχνίδια ούτε για μεγάλους?

Ερχόσουνα και έφευγες. Όποτε ήθελες. Όπως ήθελες. Για όσο. Και μόνο για τόσο. Και εγώ έμενα πάντα να περπατάω λίγα βήματα πιο πίσω από εσένα. Ένα δεδομένο πιόνι. Σαν τα σκυλιά, δήθεν πιστό, να ακολουθεί. Να του λένε «κάτσε» και να κάθεται. «Σήκω» και να σηκώνεται. «Μην αναπνέεις τώρα» και να κάνει το ψόφιο.

Δεν έχει νόημα. Τίποτα πια. Τίποτα. Γράφω για εσένα χωρίς εσένα. Νιώθω για εσένα χωρίς να έχω εσένα. Είμαι ερωτευμένη με εσένα χωρίς εσένα.

Αλλά λένε ότι ο έρωτας είναι τυφλός, δεν σε ρωτάει για να σε χτυπήσει κατακέφαλα και κατσικώνεται στον σβέρκο σου  ρουφώντας από μέσα σου κάθε μορφή ενέργειας. Ειδικά όταν αυτός ο μαλάκας ο έρωτας είναι μονόπλευρος και τελειωμένος. Και ζει μέσα σου για να σου ξερνάει αναμνήσεις, να σου σιγοτραγουδάει λόγια και φωνές και να σε ηλεκτρίζει αγγίζοντας σε.  

Έχεις μάθει να το βάζεις στα πόδια όταν βλέπεις τα σκούρα. Έχεις μάθει να μη δένεσαι. «Όχι δεσμεύσεις, όχι απογοητεύσεις…» Βεβαίως, βεβαίως. Έχεις μάθει να τα έχεις όλα δικά σου και να μη δίνεις τίποτα. Να μη μοιράζεσαι, να μη προσφέρεις.

«Trust me and dont ask me» έτσι δεν έλεγες για να με πειράζεις Πάνο μου? Και εγώ η ηλίθια σε εμπιστεύτηκα. Σου έδωσα το χέρι μου να με κρατήσεις σφιχτά μα εσύ με άφησες και έπεσα. Και πέφτοντας χτύπησα Πάνο. Και ράγισε το μέσα μου. Έγινε κομμάτια. Και άμα με κουνήσεις, να, πες πως ήμουνα ένα παλιό ρολόι, θα ακούσεις τον σπασμένο μηχανισμό μέσα μου να κουδουνάει. Και αυτό το ρολόι, δε θα δείχνει ποτέ ξανά τη σωστή ώρα. Όσοι και αν προσπαθήσουν να το φτιάξουν, αυτό πάντα θα χάνει ένα λεπτό. Ίσως και δύο.. Μπορεί και παραπάνω. Και αυτά τα χαμένα λεπτά της ώρας θα σκέφτεται εσένα.

Εσένα και το πόσο εύκολα τα παράτησες. Και πόσο εύκολα αρνήθηκες να δώσεις μια γαμημένη ευκαιρία. Πόσο εύκολα γύρισες σελίδα και προχώρησες.

Και όταν ακόμα σου ψιθύρισα πνιχτά στο τηλέφωνο «.. σε χρειάζομαι», ο εγωισμός σου έπνιξε τη φωνή μου.

Θα σου πω πως «σε αγαπώ Πάνο» γιατί έχεις ένα κομμάτι μου. Ίσως από τα τελευταία κομμάτια που κρατούσα αναλλοίωτα μέσα μου.

Και θα σε αφήσω να γελάς κάθε φορά που θα διαβάζεις τις «ανοησίες» που έγραφα κάποτε για σένα.

Και τώρα, σιωπή. Τα βότσαλα στη χούφτα μου τελείωσαν. Και άδειασα και εγώ.


Αντίο..