Μέλη

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Χαμογέλα στραβά Ρεεε




Ευτυχία είναι..

Να ξυπνάς τα πρωινά από το άρωμα του καφέ που σου έχει φτιάξει ο αγαπημένος σου «βάτραχος» (κατά κόσμον το μαναράκι σου) για να σε ξυπνήσει γλυκά πριν πας στη δουλειά.

Να μπορείς να απολαμβάνεις ένα πιάτο ζεστό φαγητό, φτιαγμένο από τη μάνα σου. Καθισμένος στο τραπέζι του σπιτιού σου. Μακριά από κινητά που σε απειλούν ότι θα χτυπήσουν και θα πρέπει να τρέξεις. Μακριά από λάπτοπ που καταπίνουν τόνους δεδομένων και απορροφούν τη δημιουργική φαντασία σου. Που τα πλήκτρα τους μαγνητίζουν από κάτω τους ψίχουλα από κουλούρια Θεσσαλονίκης και άλλα φαγιά που τρως απορροφημένος σα χάνος από πάνω τους, ενώ παράλληλα φοβάσαι μη σου ξεφύγει κανένα από τα big data του αρχείου σου.

Ευτυχία είναι να αγαπάς έναν άνθρωπο χωρίς να περιμένεις από αντάλλαγμα να σε αγαπήσει και αυτός. Αυτός να πάει να γαμηθεί στο κάτω κάτω ρε φίλε, άμα δε σ’ αγαπάει. Χαμένος εξάλλου δεν είναι αυτός που έδωσε και δεν πήρε, αλλά αυτός που δεν ήξερε και δεν έμαθε ποτέ του να προσφέρει.
 
Να περπατάς στο δρόμο και να χορεύεις ακούγοντας το αγαπημένο σου τραγούδι αδιαφορώντας για όλους τους μίζερους που μπορεί να περνάνε από δίπλα σου κοιτώντας κάτω αν φύτρωσαν μαρούλια στην άσφαλτο της Αθήνας ή που ψελλίζουν δήθεν σαλεμένα το κλισεδάκι που φοριέται τελευταία «όρε που πάει ο κόσμος». Όρε που πας ΕΣΥ? ΕΣΥ ξέρεις που πας? Αναρωτήσου από πού ξεκίνησες και που θέλεις να φτάσεις ΕΣΥ στη ζωούλα σου και πάνε μετά να δεις που θα πάει και αυτός ο κόσμος..

Ευτυχία είναι να ξυπνάς και να ξέρεις ότι έχεις bonus άλλη μια ημέρα για να ζεις και να αναπνέεις, για να μπορείς να γελάσεις, να κλάψεις, να νοσταλγήσεις, να σκεφτείς, να εκνευριστείς, να βρίσεις, να θυμώσεις, να κουραστείς και να πας να κοιμηθείς, έχοντας βάλει ακόμα μια κουκίδα στον ημητελή πίνακα της ζωής σου.

Να μπορείς να ζωγραφίζεις στους τοίχους συνθήματα αγάπης, να χαράζεις καρδούλες σε δέντρα και παγκάκια και να μουτζουρώνεις αδιάφορα το μπλοκ σου, ενώ ακούς στην tv για financial crisis και άλλα κοινωνικοπολιτικοψυχολογικά προβλήματα.

Ευτυχία είναι να ανοίγεις το στόμα σου και αντί να πετάς βατράχια να λες λέξεις όπως «θέλω, μπορώ, διεκδικώ, επιθυμώ, προσπαθώ, ονειρεύομαι, πεισμώνω, κυνηγάω, αλλάζω, βελτιώνω, συγχωρώ, εξερευνώ κλπ κλπ κλπ».

Να σε φιλάει αυτός που θες και να ζεσταίνει την καρδιά σου, όταν έξω έχει -10ο C. Να μην πνίγει κανείς κανέναν με τις αγκαλιές του. Να σε κοιτάει στα μάτια και σου λέει όλα αυτά που ως χέστης και αντιδραστικός αρνείται να σου πει…

Και η μεγαλύτερη ευτυχία είναι να αναγνωρίζεις πως ακόμα και αν είσαι σε ένα κοπάδι από πρόβατα, εσύ δεν είσαι άσπρο σαν όλα τα άλλα, που τους φωνάζουν «μπεεε» και λένε «μπεεεεε». Εσύ είσαι ένα γκρι, μαύρο, μπορεί και μπιρμπιλωτό ακόμα, άσχημο κατσαρόμαλλο πρόβατο που ξέρει ότι διαφέρει από τη μάζα και ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ να διαφέρει παρόλο που οι άλλοι το φωνάζουν «άσχημο» και προσπαθούν να το δώσουνε στον κακό τον λύκο.

 (…)

Να μη φοβάσαι τα παραμύθια. Εδώ ολόκληρη κοκκινοσκουφίτσα δε φοβήθηκε το λύκο. Εξάλλου τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια μα και αν ήταν, όλα τα παραμύθια τελειώνουν καλά και ζούνε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…

Να προσπαθείς να ζεις όχι απλά καλά. Να προσπαθείς να κυνηγάς το όνειρο να ζήσεις καλύτερα, ακόμα και αν τα παπούτσια που πρέπει να φορέσεις είναι μεγαλύτερα από το νούμερο που φοράς.

Ξεχνάς τι κατάφερε ο παπουτσωμένος γάτος? 




Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Το βαλιτσάκι..




Δύο σοκολάτες, ένα Βερολινέζικο μπλουζάκι και μια φόρμα σου παλιά, που σου είχα πάρει θυμάμαι με το «έτσι θέλω» είναι αυτά που μπορώ να κρατήσω για να σε θυμάμαι..

Θα τα βάλω μέσα σε ένα μικρό βαλιτσάκι, όπως μικρό ήταν και το διάστημα που πέρασα μαζί σου. Και θα τα κρύψω κάπου ψηλά στην μεγάλη μου ντουλάπα, για να μη τα φτάνω. Για να μη φοβάμαι μήπως τα δω και θυμηθώ εσένα.

Θυμάσαι που με ρωτούσες γιατί δε τρώω αυτή τη μεγάλη σοκολάτα που μου χες φέρει από τα εξωτερικά??... Σου απαντάω λοιπόν τώρα, λιγάκι καθυστερημένα, πως την κράτησα για να μπορώ να την κοιτάω και να σιγουρεύομαι ότι «πέρασες»  από εδώ, όταν η μνήμη μου θα έχει ξεθωριάσει τις λίγες αναμνήσεις μου.

Ένας πολύ όμορφος άνθρωπος μου έστειλε προχθές ένα ποίημα του Λουντέμη , «να μάθεις να φεύγεις», που μεταξύ όλων των στίχων τώρα θα θελα να σου γράψω αυτούς.. «…Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε… Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει. Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει..»

Γιατί μάλλον θα πρέπει να αποδεχτώ πως ο χρόνος μας τελείωσε. Και πως η «αγάπη» αυτή η λίγη μας τελείωσε και αυτή. Γιατί όταν αγαπάς και θες, δεν υπάρχει το «δε μπορώ…». Δε μπορώ σήμερα, ίσως μπορώ αύριο, ίσως μεθαύριο? Ξέρεις, δεν υπάρχει τίποτα παραπάνω από το τώρα μωρό μου.. Και εγώ να μένω εδώ, να περιμένω... Ξέρεις, οι στιγμές που περνάνε, χάνονται και δε μπορείς να κάνεις τίποτα για να τις φέρεις πίσω.. Εγώ το ξέρω. Το κατάλαβα αργά μα προσπάθησα έστω και αν συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος στην κλεψύδρα μου τελειώνει..

Και θα βάλω μέσα στο βαλιτσάκι και αυτή την «αγκαλιά» που είχα τόση ανάγκη να σου κάνω, αλλά για σένα δεν υπήρχε ούτε ένα τέταρτο χρόνος κενός, στο σήμερα.. (Για το αύριο ποιος ξέρει?)..

«Έλα «αγκαλιά» μου, δώσε μου τα χέρια σου, να σε διπλώσω μη μου τσαλακωθείς και να χωράς στο μικρό μου βαλιτσάκι..»

Και πριν κλείσω τη βαλίτσα, θα σκορπίσω πάνω της τα φιλιά που ήθελα τόσο να σου δώσω.. Και τις καρδούλες που σου ζωγράφιζα.. Αυτές που σου έστελνα σε μηνύματα τα πρωινά στη δουλειά και αυτές που σου έκανα σε χαρτάκια που κολλούσα κρυφά μέσα στο σπίτι σου.

Και θα πάρω μαζί και όλον αυτό τον ξενέρωτο ρομαντισμό μου που σου προκαλούσε εκνευρισμό και θα τα κρύψω όλα αυτά, στο υπόσχομαι.. Για να μη σε φέρω ξανά σε δύσκολη θέση. Για να μην απαιτήσω ξανά λιγάκι από το χρόνο σου και λίγο χώρο μέσα στην καρδιά σου.

So close your eyes, and think of someone you physically admire and let me kiss you…

Oh, let me kiss you…


Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Κι έμεινα εδώ . . .



Ένα βράδυ στο Κολωνάκι, βρήκα ένα κουτάβι σχεδόν ακόμα, χτυπημένο σοβαρά, πεταμένο στην άκρη ενός πεζοδρομίου. Το πήρα χωρίς δεύτερη σκέψη, το φρόντισα, το πήγα στον κτηνίατρο και ήμουν τόσο χαρούμενη όταν ξεπέρασε τον κίνδυνο και έγινε επιτέλους καλά.. Μόνο που αντί για τέσσερα πόδια όπως όλα τα άλλα σκυλιά, αυτό θα είχε τρία και ένα κουτσό…Και θα κουβαλούσε μαζί μια φοβισμένη και τραυματισμένη ψυχή για πάντα...

Ο πρώτος καιρός που περάσαμε μαζί ήταν δύσκολος.. Δε θα ξεχάσω τα βράδια που κοιμόταν δίπλα στο κρεβάτι μου και με ξυπνούσε κλαψουρίζοντας μέσα στη νύχτα. Και με άφηνε άυπνη πολλές φορές, να πηγαίνω στη δουλειά, κάνοντας με να γκρινιάζω «φαντάσου Νινάκι, να είχες και μωρό να μεγαλώσεις! Δεν είσαι εσύ για τέτοιααα!»

Έμαθα να του δίνω την αγάπη μου και αναγνώρισα με τον καιρό πως με αγάπησε και αυτό. Ήταν επιλογή μου να αγαπήσω ένα σκυλί διαφορετικό από όλα τα άλλα.
Ήταν επιλογή μου γνωρίζοντας τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετώπιζα μαζί του, να κάτσουμε μαζί παρέα!

Και αν καμιά φορά του έλεγα «Τρέξε Πάρη, πιάσε την μπάλα!» και αυτό παραπατούσε και μπουρδουκλωνόταν πάνω στην αδυναμία του να τρέξει όπως όλα τα άλλα σκυλιά, γελούσα, άνοιγα τα χέρια μου και του έλεγα «έλα εδώ βρε κουτό, έλα για αγκαλιά και πάρε μια λιχουδιά, γιατί το αξίζεις!»

(…)

Οι αληθινές ανθρώπινες σχέσεις χτίζονται πάνω στην επιλογή μας να μείνουμε με κάτι μου μοιάζει αδύνατο εκ πρώτης όψεως, και στη δύναμη της ψυχής μας να στηρίξουμε και να πιστέψουμε στο διαφορετικό που μπορεί αρχικά να μας τρομάζει.

Οι αληθινοί άνθρωποι ξέρουν να κοιτάνε πίσω από το χαμόγελο των δήθεν ευτυχισμένων και καλοβολεμένων διπλανών τους, βαθιά μέσα στα μάτια αυτών που «πονάνε» μα γελάνε για να μην καταλάβεις ΕΣΥ τίποτα.

Και οι αληθινοί άνθρωποι ξέρουν να συγχωρούν τα λάθη των άλλων και να «δουλεύουν» τα δικά τους τρωτά σημεία.
(…)

Δεν ήταν επιλογή του «Πάρη» να τον πετάξουν σε ένα πεζοδρόμιο, χτυπημένο. Δεν ήταν επιλογή του να του «τραυματίσουν» ούτε την ψυχή του.
(…)

Πως μπορείς να απορρίψεις ένα πλάσμα ή έναν άνθρωπο για τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες  που κουβαλάει άθελα του? Πως μπορείς να αγαπάς επιλεκτικά, κατά πως σε βολεύει? Πως μπορείς να τα παρατάς έτσι εύκολα και να φεύγεις, στρέφοντας το κεφάλι από την άλλη μεριά?

Όταν θες να δώσεις την αγάπη σου, το ενδιαφέρον σου και τη στοργή σου, απλά και μόνο γιατί μέσα από τη δοτικότητα σου ολοκληρώνεσαι και εσύ ως άνθρωπος, αυτή η αγάπη δε χωράει αναβολές, δε σηκώνει εγωισμούς, δε περιμένει να περάσει κανένας χρόνος..

(…)

Και έμεινα εδώ…
Όπως λέει και το τραγούδι…
Και όπως θα μένω πάντα "εδώ", για όσα πιστεύω ότι αξίζουν, να προσπαθώ, να δυσκολεύομαι, να ξεπερνάω και να στηρίζω τα ακατόρθωτα, γιατί ίσως πίσω από αυτά κρύβονται τα πιο μεγάλα όνειρα…




Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

In a manner of speaking...




Κυριακή, 7 Αυγούστου 2017 – Μία και κάτι το μεσημέρι… Κάτω από ένα ψωριασμένο κοκο-φοίνικα να μας κάνει σκιά και εμείς να χαζεύουμε τη θάλασσα. Και κάπου εκεί, ενώ εσύ μου έλεγες για την καινούργια μηχανή που θες να πάρεις, προσγειώθηκε μπροστά μου το ροζ μου συννεφάκι, ανέβηκα πάνω του και άρχισα να ταξιδεύω στις δικές μου σκέψεις…

…«Εσύ θέλεις η σχέση σου να καλύπτει τα κενά σου και εγώ θέλω η σχέση μου να μη μου αφήνει κενά»…

Δύο άνθρωποι που θέλουν ο ένας τον άλλον. Που προσπαθούν αληθινά, για να συνυπάρξουν έστω και για αυτό το γαμημένο «λίγο» «μαζί». Που χαζεύουν την ίδια θάλασσα, από διαφορετική όμως, οπτική γωνία.

Πόσο δύσκολο είναι να θες κάποιον και να μη μπορείς να του το πεις?

Πόσο δύσκολο είναι να προσπαθείς να διεκδικήσεις το χρόνο του άλλου, όταν ο χρόνος του δεν είναι ελεύθερος μόνο για εσένα?

Θέλω να σου φωνάξω «σε θέλω» και δεν μπορώ. Θέλω να σου πω «σε γουστάρω τόσο τρελά ρε γαμώτο»  αλλά κάτι μέσα μου με κάνει να μην έχω φωνή.. Θέλω να σου πω ακόμα πως.. Να, τόσο δα, λιγάκι, μπορεί να σ’αγαπώ γιατί είναι αυτό το χαμόγελο σου που με κάνει να χαίρομαι, τα μάτια σου που ποτέ δε καταφέρνω να συναντήσω, η αύρα σου όταν κάθεσαι αδιάφορα δίπλα μου, η ανεξαρτησία σου που σε κάνει να «πετάς» και τίποτα να μη μπορεί να σε πιάσει..

Και ενώ κάθε φορά είμαι τόσο κοντά να σου πω όλα αυτά τα γλυκανάλατα που απεχθάνεσαι, τελικά δεν τα καταφέρνω.. Γιατί δε πιστεύεις στα λόγια, δε σου αρέσουν τα «φρου-φρου» και τα «αρώματα» και είναι αυτός ο ρεαλισμός σου που με ισοπεδώνει και δε μπορώ να σου ανοιχτώ.

Κοιτώντας την ίδια θάλασσα, με διαφορετικά μάτια, ο ένας μπορεί να «κολυμπάει» και ο άλλος μπορεί να «πνίγεται». Και όταν υπάρχει απόσταση στα «θέλω» δύο ανθρώπων και στον τρόπο που εκδηλώνονται, πόσο αυτό μπορεί να αντέξει και να μη φθαρεί?

Σε κρατάω σφιχτά για να σε χορτάσω και ξέρω πως σε λίγο δε θα είμαστε μαζί.. Όπως κρατάει ένα μικρό παιδί το πορσελάνινο βάζο της μαμάς του σφιχτά στα χέρια του για να μη γλιστρήσει του πέσει κάτω και σπάσει αλλά κατά λάθος το σπάει στα χέρια του από τη δύναμη του..»

Γιατί η δύναμη και η δυναμικότητα μας κάποιες φορές είναι τόσο έντονη που αντί να προστατεύει, καταστρέφει. Αντί να σε κάνει να νιώθεις «χορτασμένος», αφήνει ένα μεγάλο «κενό» μέσα σου. Αντί να σε κάνει άνθρωπο δοτικό, σε κάνει εγωιστή και εγωκεντρικό.

Θέλω και εγώ να «πετάω» ελεύθερη και τίποτα να μη μου αφήνει αυτό το ανικανοποίητο κενό μέσα μου.. Θέλω να μπορώ να σε θέλω και να στο λέω, να μπορώ να είμαι δίπλα σου όποτε και για όσο θέλω και εγώ.. Θέλω να νιώθεις όσα νιώθω και εγώ μα να, βλέπεις? Γίνομαι εγωίστρια και αυτό είναι που μισώ περισσότερο. Γιατί σημασία έχει οι σχέσεις μας να μας ολοκληρώνουν και όχι να μας αφήνουν μισούς και εγωιστές….
(…)

«Έλα, που χαζεύεις, σήκω, πάμε…» , μου είπες.

Και σηκώθηκα δήθεν χορτασμένα, να φύγουμε. Μα ήθελα και άλλο. Αλλά δε στο πα. Όχι. Και ούτε θα στο ξαναπώ. Γιατί θέλουμε να χαζεύουμε την ίδια θάλασσα δίπλα-δίπλα, «Μάνο» μου, αλλά με τόσο διαφορετικό τρόπο. Και δεν μπορώ παρά να σε αφήσω να «κολυμπάς» μέχρι να έρθει ένα μεγάλο κύμα και να «πνίξει» όλα μου τα «εγωιστικά θέλω» για πάντα...


"So in a manner of speaking I just want to say, that like you I should find a way to tell you everything by saying nothing..."