Μέλη

Κυριακή, 10 Δεκεμβρίου 2017

“the dinner is served, sir”



Είμαι μια μηχανή. Ρυθμισμένη να δουλεύω στην αυτόματη επιλογή για τουλάχιστον πέντε ημέρες της εβδομάδας.

Ξυπνάω κάθε μέρα στις 7 παρά 10 π.μ.. Κάποιες φορές μου επιτρέπεται να πατάω «αναβολή» στο ξυπνητήρι και να χουζουρεύω μέσα στην αγκαλιά του φίλου μου για ακόμη 5, αυστηρά 10 λεπτά.

Σηκώνομαι, πλένω τα μούτρα μου με κρύο νερό μήπως καταφέρω να συνέλθω από την μισοκοιμισμένη κατάσταση, πατάω το κουμπί της εσπρεσιέρας, αναβοσβήνει μερικές φορές, «περίμενε να ζεστάνω το νερό» μου λέει βαριεστιμένα, και μόλις μου δώσει σήμα ότι ζεστάθηκε, ζουπάω πάλι το κουμπί της και αναμένω τη δύναμη του espresso να ξεχυθεί στο ποτήρι μου.

10 λεπτά στον καναπέ, αρκετά για να πιώ το εσπρεσάκι. Κάνω μπάνιο, διαλέγω τα ρούχα μου, τα φοράω,  παστρώνω τη μούρη μου με make up, ρουζ, μάσκαρα, βάλε και το μολύβι των χειλιών, πέτα και το ασορτί κραγιόν .. Πετάω μια τη τσάντα με το επαγγελματικό λάπτοπ στο πορτ-μπαγκάζ, μια τη γυναικεία τσάντα με τα απαραίτητα που σούρνει μαζί της κάθε γυναίκα σε κάθε έξοδο, μια και στο τσαντικό με το φαγητό της ημέρας και βάζω μπροστά τη μηχανή του αυτοκινήτου.

Η ώρα είναι 9.30 π.μ. και η «μηχανή σας ζεσταίνεται κύριε και είναι έτοιμη προς χρήση». Η μηχανή ξέρει να γράφει σε pιcιά, να στέλνει κατανοητά e-mail, να λύνει απορίες, να «γεννάει» άλλες, να τις λύνει και αυτές, να απαντάει σε προφορικές ερωτήσεις, να ετοιμάζει αναφορές, να διορθώνει αναφορές, να κάνει αλλαγές κατά τις απαιτήσεις των άλλων…

Η μηχανή έχει ήδη «πάρει φωτιά κύριε». Το ρολόι δείχνει 3 παρά το μεσημέρι. Δεν πεινάει ακόμα η μηχανή σας κύριε. Ή ακόμα και να πεινάει, σφίγγει το στομάχι από αγωνία, μην της «πετάξουν» κανένα «μπαλάκι» που δε καταφέρει να πιάσει, και «τι θα πει ο κύριος μετά;;;».

4 παρά απογευματινές, και ξεχάστηκε η μηχανή μέχρι και τον καφέ της να πιεί, που είχε φτιάξει από το πρωί. Μήτε καφέ, μήτε νερό, καταπίνει τη γλώσσα της και δαγκώνεται και κρυφά σταυροκοπιέται μη κάνει κανένα λάθος και την αντικαταστήσουν πάραυτα με μια άλλη μηχανή πιο καλογυαλισμένη και πιο γρήγορη, updated έκδοση να ’ούμε.

5.30 μ.μ. και η μηχανή όπως πάντα «στις υπηρεσίες σας, κύριε». Μια τζούρα καφέ, χωρίς ζάχαρη όπως πάντα, γιατί ξέρατε ότι η ζάχαρη σε μηχανές ακινητοποιημένες όλη την ημέρα σε μια καρέκλα, προκαλεί συσσωρευμένο «λίπος» που τις οδηγεί σε ατοπική δυσλειτουργία;;;;

7 και 45 μ.μ., η μηχανή δείχνει να «μυρίζει» καμένο λάδι, τα μάτια της κατακόκκινα και δακρυσμένα από τις ατελείωτες ώρες «διαλογής» με την οθόνη του υπολογιστή, και κάπου-κάπου να, ξεπετιούνται και καπνοί.

Βλέπει τους καπνούς μια μηχανή παραδίπλα, δείχνει να ανησυχεί και ρωτάει «είσαι καλά; Θες ένα ποτήρι νερό;» .. Πίνω λίγο νερό, κάνω πως συνέρχομαι και ξαναπατάω το start, για να συνεχίσω τη διανομή των υποχρεώσεων.

9 και κάτι μ.μ. βάζω τη μηχανή του αυτοκινήτου μπροστά και τραβάω προς το σπίτι. Περίπου μια ώρα και κάτι ψηλά μετά, βρίσκομαι εκεί, πίσω. Με περιμένει ο φίλος μου, μηχανή γένους αρσενικού, μοντέλο του ’88, σε μελαχρινές αποχρώσεις 1800 κυβικά. Τούρμπο πράγμα, εξατάχυτο, όχι αστεία..

Έχουμε ραντεβού να συναντηθούμε στις 10 με 10:15 μ.μ., αφού κάνω πρώτα ένα μπάνιο να φύγουν τα καμένα λάδια από πάνω μου και αφού φάω κάτι να «λαδώσω» το αυθάδες στομάχι μου για να πάψει επιτέλους να παραπονιέται.

10:15 μ.μ. Η ώρα μας αγάπη μου. Η ώρα που συναντιούνται οι μηχανές. Πατάνε pause στα αψεγάδιαστα γρανάζια τους, ανοίγουνε τα «μέσα τους» και θυμούνται πως είναι άνθρωποι.

Σε κοιτάζω στα μάτια, σου λέω πόσο πολύ σε αγαπώ, πόσο μου έλειψες όλη την ημέρα, ανοίγεις την αγκαλιά σου με κρύβεις μέσα της και ξεκινάς να με χαϊδεύεις. Λίγα λεπτά μετά, είναι δεν είναι συνήθως 11 μ.μ. η τηλεόραση παίζει την αγαπημένη μας σειρά και νιώθω τα χέρια σου που απλώνουν με προσοχή μη με ξυπνήσουν, μια ζεστή κουβέρτα πάνω στο «άψυχο» μου σώμα….

Είμαι μια μηχανή. Ρυθμισμένη να δουλεύω στην αυτόματη επιλογή για τουλάχιστον πέντε ημέρες της εβδομάδας.

Ξυπνάω κάθε μέρα στις 7 παρά 10 π.μ.. Κάποιες φορές μου επιτρέπεται να πατάω «αναβολή» στο ξυπνητήρι και να χουζουρεύω μέσα στην αγκαλιά του φίλου για ακόμη 5, αυστηρά 10 λεπτά…..

Τόσος ήταν ο χρόνος μας αγάπη μου. Μεταξύ 10:15μ.μ. και 11:00 μ.μ. Υπάρχουν βέβαια και οι ανταρσίες που κάνουμε, διεκδικώντας λίγο παραπάνω ώρα ο ένας με τον άλλον. Οι φορές που ως άνθρωποι παλεύουμε να αντέξουμε ως τις 12.30 π.μ. βαριά 01:00 π.μ. ώστε να πούμε ότι «κοιταχτήκαμε» λιγάκι παραπάνω ίσα για να μη ξεχάσει ο ένας τα μάτια του άλλου. Και είναι αυτές οι φορές που την επόμενη η «μηχανή» υπολειτουργεί και ζητάει «συγνώμη για το λάθος που της ξέφυγε κύριε, ξέρετε φταίει το χθεσινό ξενύχτι, δε θα επαναληφθεί»…

Είμαι μια μηχανή. Ρυθμισμένη να δουλεύω στην αυτόματη επιλογή για τουλάχιστον πέντε ημέρες της εβδομάδας…

Στις διαταγές σας κύριε…

Ας πάνε στο διάολο οι άνθρωποι, οι σχέσεις, οι φιλίες, οι αγάπες, οι έρωτες, οι οικογένειες, τα όνειρα, οι ελπίδες….

Είμαι μια μηχανή εγώ.. “and the dinner is already served, sir”…..







  

Τρίτη, 14 Νοεμβρίου 2017

Καm on, λετ ιτ go



Σκηνή πΡώΤη.

Πάρης και Νεφέλη. Κρας μιτινγκ σε εταρικό event. Συναντήθηκαν τα βλέμματα τους όπως μιλούσαν με άλλους συναδέλφους και για λίγο κολλήσανε. Κάνανε να πάρουν τα μάτια τους ο ένας από τον άλλον μα όλως τυχαίως ξανασυναντηθήκανε. Του έσκασε το Νεφελάκι ένα χαμόγελο, γύρισε την πλάτη της και δοκίμασε τάχα ανέμελη λίγο από το λευκό κρασί που κρατούσε στο χέρι της.

Το add δεν άργησε να έρθει και το τσατινγκ ξεκίνησε κάπως αμήχανα, αλλά κατέληξε σε ραντεβού δύο μέρες μετά για ταινία στο σινεμά. Αλμοδόβαρ (?) πρότεινε το Νεφελάκι να του χαλάσουμε το χατίρι να’ ούμε?

Και καθώς ρουφούσε μηχανικά την κόκα-κόλα του, κάπου στα μισά της ταινίας απλώνει το χέρι του ο Πάρης και ψάχνει το χέρι της Νεφέλης..

Σκηνή 2.

«Ανοίξανε οι ουρανοί και κλαίνε, Για τον εγωϊσμό μας όλοι λένε» σιγοτραγουδάει η Παπαρίζου στο ράδιο και μαζί της έκλαιγε και ο Πάρης γιατί το χέρι της Νεφέλης ήτανε βαρύ και τον «χαστούκιζε» ανελέητα κάθε φορά που της πρότεινε να την πάει για καφέ, φαγητό, έστω ένα σούσι βρε αδερφέ και αυτή του φώναζε το «όχι» το επαναστατικό μια γιατί είχε δουλειά ως αργά, μια γιατί γιόρταζε ο κολλητός της, μια ο αδερφός της, μιας ο γάτος της..

Ο καιρός περνούσε και όλο και πιο πολύ κολλούσε, αντί να ξεκολλήσει, μαζί της. Μια κρύο, μια ζέστη, μια θέλω, μια δε μπορώ, μια δε νιώθω έτοιμη γιατί έχω βγει από σχέση, μια θέλω να «βγαίνω, να πίνω και λόγο να μη δίνω», είδε και απόειδε ο Πάρης, μάζεψε τα μπογαλάκια του και αποχώρησε.

Σκηνή 15 επεισόδια μετά.

Μετά από πολλά σκωτσέζικα ντουζ, και θέλω και δε θέλω και έτσι και γιουβέτσι, χτυπάει το τηλέφωνο ένα πρωί, 9 παρά. «Νεφέλη».
-Νεφέλη?
-… Πήρα να δω τι κάνεις..
-Καλά.
-Σε σκεφτόμουν…

Σκηνή 16.

Βγαίνουν για πολλοστή φορά. Μοτίβο πολυπαιγμένο. Ραντεβού για καφέ στην πλατεία στις 2. Ο καφές γίνεται φαγητό κατά τις 6 και κάτι. Το φαγητό σηκώνει μπύρα μετά με συνοδευτικό το ξυροκάρπιο και το ρολόι σημαίνει 4 παρά τη νύχτα. Και η κουβέντα δεν τελειώνει. Και κοιτιούνται χωρίς φόβο με πολύ πάθος. Και γυρνάνε μαζί σπίτι του…

Σκηνή 17.

Μας τον ζάλισες τον έρωτα γλυκό μας Νεφελάκι. Χθες βράδυ ήσουνα φωτιά που μου καίει τα σωθικά και σήμερα είσαι λαύρα και μου προκαλείς ζαλάδα με τα «δεν είμαι σε mood σχέσης».

Σκηνή 18.

Πάρης καίει το σενάριο να είναι με Νεφέλη, παίρνει τηλέφωνο Νεφέλη, κράζει Νεφέλη, Νεφέλη ζητάει χρόνο να σκεφτεί, «μη γίνεσαι μαλάκας ρε Πάρη κατάλαβε πως νιώθω», Πάρης «άντε γαμ#σου Νεφελάκι, δε ξέρεις τι θες, κάτσε και σκέψου και μη με ξαναπάρεις αν δεν είσαι σίγουρη ότι θες εμένα και μόνο εμένα σε όλη την ολότητα του είναι σου…….». Ήχος σιωπής - «σου έκλεισα το τηλέφωνο στα μούτρα, σημειώσατε 3-0 Νεφελάκι»…

Pause στη σκηνή 18. Επικρατεί αναρχία στο μυαλό της Νεφέλης. «.. σε όλη την ολότητα του είναι σου…» Τα λόγια του περιστρέφονταν μια ολόκληρη βδομάδα στο μυαλό της. Δεν είναι πως δεν τον ήθελε, από την πρώτη κιόλας στιγμή που τον είδε. Τον σκεφτόταν τα πρωινά που οδηγούσε για δουλειά, τα απογευματόβραδα που γύριζε κομμάτια σπίτι, σε βραδινές εξόδους με φίλους μέχρι τις πρώτες πρωινές ώρες.. Πολλές φορές έσκαγε στο πρόσωπο της ασυναίσθητα ένα γλυκό χαμόγελο όταν θυμόταν το άρωμα του, το άγγιγμα του. Και αυτή η φωνή του. Αχ, αυτή η φωνή του η ήρεμη, η μπάσα. Και τα χέρια του, ω Θεέ μου τι χέρια. Μια τεράστια ζεστή αγκαλιά..

Fast forward, μια βδομάδα ξενύχτησε το Νεφελάκι, αράδιασε όσες γαμωσκέψεις-ταμπού περί σχέσεων την βασάνιζαν τον τελευταίο χρόνο που απολάμβανε την εργένικη ζωή της, τις έβαλε σε τάξη και…

Σκηνή …26.

Περνάνε καμιά δεκαριά μέρες και συναντάει η Νεφέλη τον Πάρη στη δουλειά. Αγοράζει διπλό καπουτσίνο με κανέλα «βάλτε αρκετή παρακαλώ» για να θυμίζει ριζόγαλο, θα συμπληρώσω εγώ, και αφήνει την διασταύρωση μπουγάτσας με καφέ στο γραφείο του Πάρη με ένα πόστ-ιτ «lets try και όπου βγει, καλημέρα! J»

Σκηνή … 2 & κάτι, χρόνια μετά.

Πέτυχα τη Νεφέλη, χοντρή σαν αγελάδα, στον δρόμο, να βαριανασαίνει και να «γκρινιάζει» αστειευόμενη, πως για όλα «φταίει» πρώτα ο Πάρης και μετά αυτό το ποστ-ιτ που του είχε άφησε εκείνο το πρωί!

Κόντευε 9 μηνών έγκυος. Χαμογελούσε πανευτυχής. Μου μίλησε για τα ταξίδια που κάνανε πιασμένοι χέρι-χέρι, τις τρέλες και τα πειράγματα που γέμιζαν την καθημερινότητα τους, την συγκατοίκηση που έγινε θεσμός(!), την πρόταση γάμου ένα καυτό απόγευμα στην Άγκρα, με θέα το Taj Mahal..

Και παρόλο που φορούσε μια κοτρόνα «ΝΑ» με το συμπάθιο, κόντεψε να μου βγάλει το μάτι, αυτό που έλαμπε περισσότερο πάνω της ήταν το χαμόγελο της. Χαμόγελο γεμάτο ευτυχία. Από αυτά που ξεχειλίζουν αγάπη, γαλήνη και ηρεμία.

Σκηνή «the last act of love»

Χαζεύοντας την να φεύγει περπατώντας σαν πάπια(!), πνίγηκα με τα γέλια μου από χαρά για την κολλητή μου. Ένα κορίτσι «είμαι άστατη πολύ και όπου θέλω θα πηγαίνω, μη κολλάς σε ένα φιλί σε μια αγάπη εγώ δε μένω», «κόλλησε σε ένα φιλί και σε μια αγάπη» , «έτσι ξαφνικά»!..


So come on let it go
Just let it be
Why don’t you be you
And I’ll be me…..


Και όπως όλα τα παραμύθια..
Έζησαν αυτοί καλά και εμείς..
Αναζητούμε τον Πάρη τον γοητευτικό, τον άντρα που θα γράψουμε μαζί ένα λοβ στορι, έστω και μονοσέλιδο ρε παιδί μου!

Happy end


To be continued







Τετάρτη, 18 Οκτωβρίου 2017

Το "εγώ" και η μπαλαρίνα



Με τράβηξε απότομα από το χέρι, μου έδωσε στα χέρια μια βαλίτσα με όσα πράγματα μπόρεσε να μαζέψει πρόχειρα εκείνη τη στιγμή, άνοιξε την πόρτα του σπιτιού, μου έδειξε τον μακρύ δρόμο που εκτεινόταν έξω από το ξύλινο σπίτι, σε ένα προάστιο του Λονδίνου και έκλεισε πίσω μου την πόρτα με τόση δύναμη που ήταν σαν να έκοψε στα δύο την σιωπή που απλωνόταν στον ορίζοντα εκείνο το χειμωνιάτικο και ήσυχο απόγευμα.

Έμεινα να στέκω αναποφάσιστη για λίγο. Ο χρόνος πάγωσε και το μυαλό μου ήταν σα να έκαιγε προσπαθώντας να πάει κόντρα στο κρύο που διαπερνούσε το σώμα μου. Οι επιλογές που είχα ήταν δύο. Να γυρίσω πίσω στην πατρίδα μου, στους δικούς μου ανθρώπους, στο γνώριμο ισόγειο στην οδό Πριγκιπονήσων, απέναντι από τα δικαστήρια σχεδόν, μέσα στην καρδιά της Αθήνας. Η άλλη, να περπατήσω ως την πλησιέστερη στάση, να περιμένω το λεωφορείο που θα με πήγαινε στην πόλη, να μπω σε ένα γραφείο εύρεσης κατοικιών και με τους πρώτους μου μισθούς να νοικιάσω ένα δωμάτιο 25τ.μ. για να κάνω τη δική μου αρχή.

Ο λόγος που ο Φώτης μου άνοιξε την πόρτα εκείνο το απόγευμα και με άφησε να διαλέξω τον δρόμο προς την δική μου ελευθερία, ήταν γιατί μετά από μήνες συγκατοίκησης σε μια ξένη χώρα, συνειδητοποίησα ότι τα όνειρα μου δεν κλείνονται σε ένα κουτάκι από τέσσερις τοίχους, που για χάρη του «μαζί», θα άντεχα να αφήνω το «εγώ» μου να κλαίει παραμελημένο, να καταπιέζεται και να πάψει να ονειρεύεται. Το δικό μου «εγώ» φορούσε πάντα ροζ κορμάκι μπαλέτου, με αφράτο φραμπαλά, είχε μακριά καλλίγραμμα πόδια και χόρευε ανέμελο και ελεύθερο. Τα χέρια του ζωγράφιζαν κύκλους και σύννεφα, ήλιους και καράβια, αεροπλάνα που σε πάνε σε μέρη άγνωστα, να μυρίζεις ξένα αρώματα και που τα μάτια σου δε χορταίνουν να φωτογραφίζουν παράξενα τοπία και αλλόκοτες μορφές ανθρώπων.

Το «εγώ» μου ήθελε να είναι ελεύθερο, τρελό, ξένοιαστο και ατίθασο. Δεν άντεχε να φορμάρεται πίσω από καλά σφιγμένες ποδιές για μαγείρεμα, κίτρινα πλαστικά γάντια καθαρίσματος, σφουγγαρίστρες, πλυντήρια, απλώστρες, ευθύνες, υποχρεώσεις και αγκαροδουλειές, μοναχό του. Που πήγε το «μαζί» δικέ μου? Τώρα δε σκεφτόμαστε «μαζί» για δύο? Σου ‘πε κανείς ότι μ’ αρέσει να μοιράζω εντολές γυρνώντας κουρασμένη από τη δουλειά? … «Φώτη, μάζεψε τα ρούχα. Φώτη βάλε πλυντήριο. Φώτη τάισες το γάτο? Φώτη πάλι άφησες τα παπούτσια σου στο σαλόνι?» Υπάλληλος στη δουλειά και διευθύντρια στο σπίτι? .. Μάλλον ΌΧΙ.

Παιδί χωρισμένων γονιών. Στην πράξη, όχι στους τύπους. Γιατί η γραφειοκρατία μας μάρανε. Ξέρεις τι θα πει να ζεις κάθε μέρα ως παιδί, τη γκρίνια και τους τσακωμούς για τα «πνιγμένα και καταπιεσμένα εγώ» της μάνας και του πατέρα σου? Ξέρεις τι θα πει να ακούς για έρωτες που έγιναν ένα πρωί δύο ξέχωρες «μονάδες»? Για «μπαλαρίνες» που τους «πάτησαν» κατά λάθος στο χορό του Ισαϊα τον τούλινο τους φραμπαλά και για να μη φανεί ο κώλος τους τις τύλιξαν πρόχειρα με μια ποδιά κουζίνας? Και μετά, για να ‘ναι πιο ταιριαστό το σύνολο του γάμου ή της γαμΩ-συμβίωσης (όπως θες βάφτισε το) τους φόρεσαν και κίτρινα γαντάκια καθαριότητας?

«Νοικοκυρούλα χαρωπή είναι η μικρή Μαρίτσα..» Αυτό τραγουδούσε ανέμελη η αδερφή μου στο δημοτικό, λόγια από ένα θεατρικό της Α’ δημοτικού. Που να΄ ξέρε τότε πως είναι η νοικοκυρούλα η Μαρίτσα της διπλανής πόρτας και κατά πόσο ήταν χαρωπή.

(…)

Και καθώς ο χρόνος άρχισε πάλι να «ρέει» μέσα μου, ένιωσα το αίμα μου να βράζει. Κοίταξα την πόρτα πίσω μου που πριν από λίγο είχε κλείσει νευριασμένα, πήρα μια βαθιά ανάσα, αφήνοντας τον παγωμένο αέρα να μπει στα πνευμόνια μου, έσφιξα τις γροθιές μου και αποφάσισα να πάρω το λεωφορείο προς την καρδιά του Λονδίνου.

Έβαλα στα αυτιά μου τα ακουστικά του αγαπημένου μου MP3 player, που είχα από τα φοιτητικά μου χρόνια, πάτησα την ένταση να πάει στο τέρμα, και άρχισα να μουρμουράω τους στοίχους του τραγουδιού.. 

Whatever happened to you…”. Και όπως έφτανα στη στάση, αναρωτήθηκα τι άραγε να μου είχε συμβεί για να αφήσω το «εγώ» μου ξεχασμένο στα αποδυτήρια, όταν τα πουέντ μου με περίμεναν για να χορέψουμε έναν ακόμη «τελευταίο χορό» στη μεγάλη σκηνή…

Αν το «εγώ» σου θέλει να χορέψει, θέλει να πετάξει, να τρέξει, να ζωγραφίσει, να εκφραστεί, να κλάψει, να γελάσει, να θυμώσει… Μη το καταπιέσεις ΠΟΤΕ για μια «ποδιά» αν ο σύντροφος σου δεν μπορεί να δει με τα «δικά σου μάτια».

Τι σου συνέβη μικρή μου μπαλαρίνα? …

Χόρεψε λοιπόν…

Ελεύθερη…

Και μόνη…






Παρασκευή, 30 Ιουνίου 2017

El amor





30 Ιουνίου 2017.

Παρασκευή απόγευμα.

5.38 μ.μ.

44ο C.

Τα παράθυρα όλα ανοιχτά, στο αμάξι. Στο δρόμο για το σπίτι.

Μια εκκωφαντική  ηρεμία στους δρόμους. Λες και η πόλη αφουγκράζεται τον καύσωνα και μπροστά του σιωπά.

Το αυτοκίνητο να τρέχει και ο καυτός αέρας να στεγνώνει τα μάτια μου. Να καίει τα μάγουλα μου και να βαραίνει την αναπνοή μου.

Δυνάμωσα το ράδιο ακούγοντας αυτό το τραγούδι . . .

Τα πλήκτρα του πιάνου. Να χορεύουν με τη φωνή. Πότε σόλο, πότε μαζί.

Αρμονία.

Αυτή να αναζητάτε στην καθημερινότητα. Να σφίγγετε στις χούφτες σας τα δάχτυλα που ξέρουν πώς να «αγγίξουν» μαγικά τις χορδές της καρδιάς σας για να βγάλουν μελωδίες αρμονικές.

Ηρεμία.

Να είστε σε μέρη που οι παρουσίες των ανθρώπων τριγύρω σας γαληνεύουν την ψυχή σας. Που μέσα στον θόρυβο και την παράνοια της πόλης ηρεμούν τη σκέψη σας. Χαλιναγωγούν τους φόβους σας και τιθασεύουν τις αδυναμίες σας.

Παλμός.

Να «υπάρχετε» σε στιγμές που δίνουν τον επόμενο «χτύπο» της ζωής σας.

Ρυθμός.

Σας έκανε ποτέ κανείς να θέλετε να χορέψετε μαζί του? Ένα βήμα μπροστά. Ένα δεξιά. Πίσω ένα. Και άλλο ένα.. Και άλλο. Και μετά αριστερά. Και πάλι από την αρχή. Σε ένα αργεντίνικο τάνγκο. Με ρυθμό, παλμό, που τα σώματα σας θα αγγίζουν το ένα τ’ άλλο αρμονικά και θα εμπνέουν μια ηρεμία και μια φλόγα παράλληλα, που θέλει να κάψει τα πάντα στο πέρασμα της.


Και ενώ τα πλήκτρα του τραγουδιού «χόρευαν» στο ρυθμό, έκλεισα για μια στιγμή τα βλέφαρα μου και μύρισα τη θάλασσα και την αλμύρα της και μετά γεύτηκα το λευκό κρασί που πίναμε αφήνοντας τα μάτια μας να χαθούν στο άπειρο γαλάζιο της.


Να στέκεστε μακριά από «δυσαρμονικές παραφωνίες» που γεμίζουν φάλτσα και θόρυβο τα αυτιά σας.

Η μικρή ζωή μας θέλει σωστό ρυθμό, συνεχή παλμό, «ήρεμα λιμάνια», ρίσκο, ενθουσιασμό και τρέλα. Από αυτή την τρέλα που δίνει τη σπίθα για να χορέψεις στο ξαφνικό, να τραγουδήσεις δυνατά μια άγνωστη μελωδία, να δακρύσεις μπροστά στο απροσδόκητο και να γελάσεις μπροστά στην «ευτυχία».


Δυνάμωσα το ράδιο, προσπάθησα να γεμίσω τα πνευμόνια μου αέρα, χτύπησα τα δάχτυλα μου ρυθμικά πάνω στο τιμόνι, αναπόλησα πόσους άρρυθμους χορούς μπορεί να είχα χορέψει ως τώρα, στη ζωή μου, μέχρι να μάθω τα σωστά βήματα, στον σωστό ρυθμό, χαμογέλασα πονηρά και άφησα τη μελωδία να με παρασύρει..


Cheers! 



Σάββατο, 24 Ιουνίου 2017

Slave of Love



Μου είπε «μη φοβάσαι, εμπιστεύσου με», πέρασε τα χέρια του γύρω μου, με σήκωσε ψηλά και άρχισε να με γυρνάει γρήγορα γύρω-γύρω… Και κάπως έτσι ξεκίνησαν όλα..

Έχεις μπει ποτέ στο τρελό χταπόδι σε λούνα πάρκ για να καταλάβεις την αίσθηση? Δένεσαι στη θέση σου, κρατάς σφιχτά τη μπάρα μπροστά σου για να είσαι σίγουρος ότι δε θα φύγεις από το στροβίλισμα, αφήνεσαι και περιστρέφεσαι με δύναμη μέχρι που νιώθεις ένα κενό στο στομάχι. Βλέπεις τα φώτα τα γυρνάνε ιλιγγιωδώς καθώς κάνεις στροφές γύρω από τον εαυτό σου, ουρλιάζεις από την αδρεναλίνη και  γελάς.. Γελάς μέχρι που τρέχουν δάκρια χαράς και ασύλληπτης τρέλας από τα μάτια σου..

Αυτό είναι για εμένα. Μια έκρηξη αδρεναλίνης, ευτυχίας, επιθυμίας, έλξης, αναζήτησης. Τον κοιτάω στα μάτια και ξέρω πως με κοιτάει και αυτός ρε φίλε. Μου χαμογελάει και γελάει όλο μου το «είναι». Με κρατάει στην αγκαλιά του και πλημμυρίζει η καρδιά μου χαρά. Και είναι αυτή η ανάσα του που γεμίζει την ψυχή μου ηρεμία. Είναι ο τρόπος που πιάνει την κιθάρα και γρατζουνάνε τις χορδές τα δάχτυλα του λες και χορεύουν, που με κάνει να ανατριχιάζω και να χαζεύω όπως τον ακούω να τραγουδάει, αραγμένος στον καναπέ μου, ενώ εγώ τριγυρνάω δήθεν αδιάφορα από δωμάτιο σε δωμάτιο μέσα στο σπίτι.

Τα απλά πράγματα μετράνε στη ζωή οΡεε.. Τα αβίαστα. Τα άκοπα. Αυτά που δε τα πολυζορίζεις. Αυτά που δεν τους γαμάς τον έρωτα βρε παιδί μου. Νιώθεις γεμάτος, απλά και μόνο γιατί είσαι δίπλα στον άλλον. Νιώθεις ηρεμία, «μυρίζοντας» την αύρα του στον χώρο σου. Νιώθεις ευτυχία «αγγίζοντας» τις σπίθες ερωτισμού που «πετάνε» τα σώματα σας όταν βρίσκονται μαζί.

Να μη φοβάστε να φτάνετε χαμηλά. Πολύ χαμηλά. Θα έρθουν άνθρωποι στη ζωή σας, που δε θα σας σεβαστούν. Θα παίξουν με την «ανήλικη» καρδούλα σας, θα περάσουν καλά με τα αισθήματα σας, θα σας κλείσουν εισιτήριο να σας πάνε στα «αστέρια» και μόλις μπείτε στο συννεφάκι σας για το «στρωμένο με ροδοπέταλα» ταξιδάκι, θα σας δώσουν μια και θα σας προσγειώσουν ανώμαλα και άγαρμπα στη γη, γεμίζοντας γδαρσίματα το απαλό σας δερματάκι και δάκρια μεγάλα σα κορόμηλα τα μπιρμπιλωτά σας μάτια.

Και είναι αυτά τα συναισθηματικά δύσμορφα πλάσματα που ισοπεδώνοντας τα πάντα μέσα σας, θα σας «ανοίξουν» τα μάτια για να δείτε τους ανθρώπους που πραγματικά αξίζουν να στέκονται δίπλα σας στη ζωή. Αυτούς που αξίζουν κάθε δευτερόλεπτο από το χρόνο σας. Που αξίζουν να τους πάρετε την πιο μεγάλη αγκαλιά, να τους δώσετε τα πιο αγνά αισθήματα που ξεχνούσατε ότι μπορεί να υπάρχουν και να «περπατάτε» πλάι-πλάι κρατώντας τους σφιχτά το χέρι για να μη σας φύγουν.

Υπάρχουν άνθρωποι που κρατώντας σε από το χέρι θα σε τραβήξουν για να πέσεις. Θα σε ρίξουν στις λάσπες και θα γελάνε χαιρέκακα από πάνω σου.

Και είναι και Αυτοί, που θα σε τραβήξουν να σηκωθείς, να σκουπίσεις τις λασπωμένες μούρες σου, να χαμογελάσεις και να προχωρήσεις μαζί τους σφίγγοντας τους το χέρι. Θα σε μάθουν να μη φοβάσαι, να πιστεύεις ξανά στο unbelievable my dear και θα «γαμήσουν» πανέμορφα κάθε κύτταρο του μυαλού σου. Κάτι σαν «οδηγοί» στο άγνωστο μονοπάτι σου. Κάτι σαν «δάσκαλοι» στην ζωή σου. «Δεματάκια χαράς και απρόσμενης ευτυχίας» για να μιλήσουμε και ως μεγάλα παιδιά που είμαστε.

Και όπως με είχε ψηλά και με στριφογυρνούσε στον αέρα κρατώντας με στα τιτανοτεράστια χέρια του κάνοντας με να γελάω και τα τσιρίζω, με κατέβασε για μια στιγμή στο έδαφος. Σιγουρεύτηκε ότι πατάω γερά κάτω, έπιασε με τις μεγάλες χούφτες του τα μάγουλα μου, με κοίταξε στα μάτια και μου ψιθύρισε «μη φοβάσαι τίποτα, είμαι εγώ εδώ τώρα, ακούς?»….

Να ερωτεύεστε πολύ μα να αγαπάτε ακόμα περισσότερο οΡεε. Να ποθείτε τα λανθασμένα μα να επιθυμείτε και να παλεύετε για τα ιδανικά. Να εγκαταλείπετε με το κεφάλι ψηλά, μέρη που «χάθηκαν άδοξα οι μάχες» και να αναζητάτε «κρυμμένους παραδείσους» σε ζεστές τεράστιες αγκαλιές και βλέμματα καυτά.


(*) Cheers ! 





Πέμπτη, 8 Ιουνίου 2017

Σε ευχαριστώ.




Η θάλασσα. Αυτή τα παίρνει όλα μακριά. Βγάζει τα κύματα της έξω στη στεριά, βρέχει παιχνιδιάρικα τα πόδια σου και καταπίνει ότι θες να πετάξεις από πάνω σου..

Απέραντη θάλασσα. Χάνεται το μάτι σου στον ορίζοντα. Πότε άγρια, πότε ήρεμη, νομίζεις ότι κάνει παρέα στη διάθεση σου. Νομίζεις πως σου μιλάει. Άλλοτε σε καθησυχάζει και άλλοτε σε μαλώνει.

Και χθες βράδυ ήταν ήρεμη. Τόσο ήρεμη και γαλήνια. Και όπως έσκαγαν τα κύματα πάνω στα χαμηλά βράχια της προβλήτας που καθόμασταν και πίναμε ήρεμα το κρασί μας, μου ψιθύρισε μια λέξη.

«Σε ευχαριστώ».

Αυτή τη λέξη ήθελα να σου πω, μα δεν την έβρισκα μέσα στις ανακατεμένες σκέψεις μου τόσο καιρό που περίμενα μαλακισμένα να αλλάξεις ή είχα ανόητες ελπίδες πως μπορεί να μετανιώσεις και να γυρίσεις...

«Σε ευχαριστώ». Σε ευχαριστώ τόσο πολύ που με έκανες να συνειδητοποιήσω ότι καλά κάνω και επιμένω για το τι θέλω και πως το θέλω. Σε ευχαριστώ που ήρθες για να μηδενίσεις το είναι μου, τον εγωισμό και την αξιοπρέπεια μου και να μάθω να εκτιμάω ό,τι τελικά πραγματικά αξίζει.

Γιατί δίνοντας την καρδιά μου σε κάτι ανάξιο, σε κάτι μικρό και λίγο, μαθαίνω να εκτιμώ το αληθινό και το ουσιαστικό για το οποίο αξίζει να τα δώσω όλα, ξεκινώντας πάλι από την αρχή, από το μηδέν. Από αυτό το μηδέν που με έφτασες εσύ «μωρό μου».

«Σε ευχαριστώ» γιατί εξαιτίας σου βρήκα τη δύναμη να αλλάξω κεφάλαιο, να κάψω όλες τις μαύρες σελίδες που μουτζούρωνα αποσβολωμένη τόσο καιρό που ξόδευα δίπλα σου, να πάρω τους χρωματιστούς μου μαρκαδόρους και να ζωγραφίζω λουλούδια, πεταλούδες, σύννεφα κάτασπρα και κόκκινους ήλιους .
____

Και είναι αυτή η αγκαλιά του, που μου είχε λείψει τόσο πολύ τελευταία. Αυτή η αγκαλιά που μέσα της νιώθω τη ζεστασιά που δεν ήσουν ικανός να μου προσφέρεις εσύ. Είναι τα μάτια του που λάμπουν από ενθουσιασμό όταν με κοιτάει και το χαζό χαμόγελο που ζωγραφίζεται στο πρόσωπο του όταν τον κοιτάω και εγώ στα μάτια.

Και είμαι και εγώ, που νιώθω τόσο χαρούμενη μαζί του, ρε. Γιατί ξέρει να διαβάζει τις ανάγκες μου, ακούει τις ανησυχίες μου, θέλει να είναι δίπλα μου παρά τις ανασφάλειες μου. Μα και αν κάτι δε καταφέρει θα είμαι σίγουρη γι’ αυτόν, πως τουλάχιστον προσπάθησε.. Πως προσπαθήσαμε μαζί. 

Και ξέρεις, αξίζει στη ζωή να αφιερώνεις χρόνο σε ανθρώπους αληθινούς. Με ευαισθησίες. Που δε φοβούνται να γεμίσουν δάκρια τα μάτια τους, από φόβο, από θλίψη, από ανησυχία. Που γελάνε δυνατά και «ας πάνε να γαμηθούνε οι τριγύρω που κοιτάνε». Που φιλάνε παθιασμένα, σε σηκώνουν στον αέρα αγκαλιά και όταν κοιμάσαι, περνάνε το χέρι τους γύρω σου και σε σφίγγουν να μη τους φύγεις μέσα στη νύχτα.

Δίπλα σε Αυτόν, μπορώ να ονειρεύομαι, ναι. Να μην καταπιέζω το παιδί που έχω μέσα μου. Να μη νιώθω κενή από μια παρουσία μισή και λίγη. Να γελάω δυνατά, να περπατάω στραβά, να τραγουδάω παράφωνα, να νιώθω, να περιμένω, να πιστεύω στο μαζί ρε. Σε αυτό το «μαζί» που για εσένα ήταν άγνωστη λέξη.
____

Περπατούσαμε αγκαλιά δίπλα στη θάλασσα, χαζογελούσαμε, πειράζαμε ο ένας τον άλλον και ξαφνικά, δε ξέρω πως, σκουντούφλησα και έπεσα κάτω, φαρδιά πλατιά. Πήγε να με σηκώσει μα τον σταμάτησα. Με κοίταξε χαζεμένα μόνο και τότε, αντί να κλάψω, έβαλα τα γέλια. Και γέλασα τόσο δυνατά. Τόσο δυνατά. Με όλη την ψυχή και όλο μου το είναι. Γιατί αυτός ο άνθρωπος μπορεί να είναι δίπλα μου γιατί το θέλει, χωρίς να τον παρακαλώ, χωρίς να το απαιτώ, χωρίς να το ζητάω. Θέλει να είναι δίπλα σε εμένα και τώρα ξέρω, πως θέλω και μπορώ να προσπαθήσω και εγώ. Και αυτός ο Άνθρωπος όταν με δει να πέφτω, θα τρέξει να με σηκώσει.. Και θα είναι εκεί για να ζωγραφίζει ηλίθια χαμόγελα στο πρόσωπο μου ακόμα και αν πονάω…

«Σε ευχαριστώ» γιατί φεύγοντας από δίπλα μου, μπορώ να είμαι πάλι εγώ, να μη χρειάζεται να στριμωχτώ σε κουτάκια, να μη συμβιβάζομαι με τα λίγα, να μην υποκρίνομαι την χαρούμενη, να μη κλαίω τα βράδια για το κενό που άφηνες τόσους μήνες με την παρουσία σου στην ζωή μου. Δεν είναι αστείο να αφήσεις κενό με την παρουσία σου?! Δεν είναι θλιβερό να προσφέρεις ανακούφιση με την απουσία σου?! (…)
___

Για εσάς που καταλαβαίνετε πως είναι να είστε κάπου που δεν ανήκετε … Να μη φοβάστε το κενό που σας δημιουργούν κάποιοι δειλοί και φοβισμένοι άνθρωποι. Να μη φοβάστε να γίνετε αδύναμοι για λίγο ή να λυγίσετε μπροστά σε αρρωστημένες σχέσεις και καταστάσεις. Να μη τρέμετε την απουσία και την εγκατάλειψη από κενά άτομα που ξέρουν εύκολα να φεύγουν και να αδειάζουν ανθρώπους γεμάτους σαν εσάς.

Γιατί εσείς, όπως και εγώ, ακόμα και αν αδειάσατε, είστε ικανοί να γεμίσετε ξανά. Να μηδενίσετε για να φτάσετε πάλι ψηλά. Γιατί εσείς είστε οι πιο δυνατοί.

Ενώ ένας κούφιος από αισθήματα άνθρωπος, ποτέ δε θα καταφέρει να νιώσει την ευτυχία που θα νιώσετε εσείς. Ένα αδειανό άτομο θα είναι πάντα τέλειο στο να αδειάζει αληθινούς ανθρώπους, αλλά δε θα καταφέρει ποτέ από την ανεπάρκεια του να κρατήσει αυτούς τους συναισθηματικά πλούσιους, δίπλα του ή να μοιάσει έστω και λίγο σε εκείνους.

Ενώ αυτοί οι μισοί άνθρωποι ΤΙ? Ενώ αυτά τα κενά, απαθή και αδρανή άτομα, ΤΙ ρε?? ΤΙ??

Αυτοί να καταφέρουν ΤΙ???



(photo by Ng_ 07.06.2017_ Glyfada)





Τετάρτη, 7 Ιουνίου 2017

Για τον Παναγή μου..





Ξέρεις Πανούκο μου πως πάντα έγραφα εδώ όταν προσπαθούσα να σου δείξω πόσο σε θέλω ή πόσο έχω θυμώσει μαζί σου.

Πάντα έγραφα για να δείξω το χάος που επικρατούσε στο κεφάλι μου, τον πανικό που τρέλαινε το μυαλό και την καρδιά μου.

Και τώρα, τι? Θέλω να σου γράψω μα δε μπορώ. Θέλω να σου μιλήσω μα είναι μάταιο. Θέλω να σου φωνάξω ρε γαμώτο μου, «ΞΥΠΝΑ, ΔΕΣ ΜΕ, ΝΙΩΣΕ ΜΕ» αλλά είναι αυτό το απροσδιόριστο «κάτι» που έχει κολλήσει στο λαιμό μου και με κάνει να ξεροκαταπίνω και να επιλέγω τη σιωπή. Ίσως έτσι, καλύτερα…

Αυτή δεν επέλεξες και εσύ? Πόσο απλά τράβηξες ένα ‘Χ’ σε ό,τι βιαστικό πρόλαβα να ζήσω μαζί σου, μου ανακοίνωσες τις οριστικές αποφάσεις σου, πέταξες το «σκουπιδάκι» από πάνω σου, απαλλάχτηκες οριστικά από εμένα και το βάρος που σου προκαλούσε η ύπαρξη μου και μη τον είδατε τον Παναγή.. «Δυστυχώς μας τελείωσε Νινάκι.. Ίσως κάποτε αν ξανασυναντηθούμε.. Ίσως όταν ο άνθρωπος μάθει να πετάει. Ίσως όταν η αγάπη θα πάψει να πονάει… Ίσως τότε…..» Θέλω να γελάσω. Να γελάσω δυνατά και μετά να βάλω τα κλάματα και να ουρλιάξω μήπως καταφέρω να ξεράσω από μέσα μου ότι με δηλητηριάζει.

Δεν υπήρξα εγώ κάτι διαφορετικό για εσένα. Κάτι ξεχωριστό γαμώτο, κάτι που να άξιζε να του φερθείς με τρυφερότητα, με αγάπη, με φροντίδα..

«Νινάκι, ΌΧΙ. Όχι, μην είσαι χαζή, δεν υπήρξες ποτέ κάτι παραπάνω για αυτόν τον άνθρωπο.»

 Ήταν όλα τόσο ξεκάθαρα από την αρχή. Τόσο μετρημένα. Ένα και ένα κάνουν δύο. Αλλά και μηδέν και δύο πάλι δύο μας κάνουν. Και στην περίπτωση μας, εγώ πίστευα στην πρώτη εξίσωση ενώ εσύ στη δεύτερη Πανούκο μου.

Δεν πίστευες ότι μπορώ να ερωτευτώ το διαφορετικό «εγώ» σου ε? Δεν πίστευες ότι μπορώ να σε θέλω πραγματικά, ότι μπορώ να διεκδικώ, να απαιτώ, να ζητάω, να επιθυμώ, να ονειρεύομαι..

Σε τρόμαζαν τα όνειρα, σε τρόμαζε η αλήθεια, σε τρόμαζα εγώ.

Είναι πολύ να ζητάς μια ζεστή αγκαλιά από τον άνθρωπο που γουστάρεις? Ή μήπως επειδή εσύ δε γούσταρες δεσμεύσεις και έρωτες στα 30, νόμιζες πως είναι όλοι σαν εσένα?

Είμαι εγώ και η θάλασσα μπροστά μου. Κρύα να με πνίγει, όπως με έπνιγε όλο αυτό το διάστημα, η κρύα αγκαλιά που σπάνια με έκανες όταν ζητούσα. Κρατάω στα χέρια μου μια χούφτα βότσαλα και κάθε φορά που σκέφτομαι πόσες φορές προσπάθησα αληθινά μαζί σου και πόσες με απέρριψες, πετάω και ένα βότσαλο στο νερό. Και βλέπω τη χούφτα μου να αδειάζει όπως με άδειασες και εσύ

Δε σου είπαν ποτέ Πανούκο μου να μη παίζεις τέτοια παιχνίδια? Δε σου εξήγησαν ποτέ πως οι ερωτευμένες καρδιές δεν είναι πιόνια? Δε σου έμαθαν πως αυτά δεν είναι παιχνίδια ούτε για μεγάλους?

Ερχόσουνα και έφευγες. Όποτε ήθελες. Όπως ήθελες. Για όσο. Και μόνο για τόσο. Και εγώ έμενα πάντα να περπατάω λίγα βήματα πιο πίσω από εσένα. Ένα δεδομένο πιόνι. Σαν τα σκυλιά, δήθεν πιστό, να ακολουθεί. Να του λένε «κάτσε» και να κάθεται. «Σήκω» και να σηκώνεται. «Μην αναπνέεις τώρα» και να κάνει το ψόφιο.

Δεν έχει νόημα. Τίποτα πια. Τίποτα. Γράφω για εσένα χωρίς εσένα. Νιώθω για εσένα χωρίς να έχω εσένα. Είμαι ερωτευμένη με εσένα χωρίς εσένα.

Αλλά λένε ότι ο έρωτας είναι τυφλός, δεν σε ρωτάει για να σε χτυπήσει κατακέφαλα και κατσικώνεται στον σβέρκο σου  ρουφώντας από μέσα σου κάθε μορφή ενέργειας. Ειδικά όταν αυτός ο μαλάκας ο έρωτας είναι μονόπλευρος και τελειωμένος. Και ζει μέσα σου για να σου ξερνάει αναμνήσεις, να σου σιγοτραγουδάει λόγια και φωνές και να σε ηλεκτρίζει αγγίζοντας σε.  

Έχεις μάθει να το βάζεις στα πόδια όταν βλέπεις τα σκούρα. Έχεις μάθει να μη δένεσαι. «Όχι δεσμεύσεις, όχι απογοητεύσεις…» Βεβαίως, βεβαίως. Έχεις μάθει να τα έχεις όλα δικά σου και να μη δίνεις τίποτα. Να μη μοιράζεσαι, να μη προσφέρεις.

«Trust me and dont ask me» έτσι δεν έλεγες για να με πειράζεις Πάνο μου? Και εγώ η ηλίθια σε εμπιστεύτηκα. Σου έδωσα το χέρι μου να με κρατήσεις σφιχτά μα εσύ με άφησες και έπεσα. Και πέφτοντας χτύπησα Πάνο. Και ράγισε το μέσα μου. Έγινε κομμάτια. Και άμα με κουνήσεις, να, πες πως ήμουνα ένα παλιό ρολόι, θα ακούσεις τον σπασμένο μηχανισμό μέσα μου να κουδουνάει. Και αυτό το ρολόι, δε θα δείχνει ποτέ ξανά τη σωστή ώρα. Όσοι και αν προσπαθήσουν να το φτιάξουν, αυτό πάντα θα χάνει ένα λεπτό. Ίσως και δύο.. Μπορεί και παραπάνω. Και αυτά τα χαμένα λεπτά της ώρας θα σκέφτεται εσένα.

Εσένα και το πόσο εύκολα τα παράτησες. Και πόσο εύκολα αρνήθηκες να δώσεις μια γαμημένη ευκαιρία. Πόσο εύκολα γύρισες σελίδα και προχώρησες.

Και όταν ακόμα σου ψιθύρισα πνιχτά στο τηλέφωνο «.. σε χρειάζομαι», ο εγωισμός σου έπνιξε τη φωνή μου.

Θα σου πω πως «σε αγαπώ Πάνο» γιατί έχεις ένα κομμάτι μου. Ίσως από τα τελευταία κομμάτια που κρατούσα αναλλοίωτα μέσα μου.

Και θα σε αφήσω να γελάς κάθε φορά που θα διαβάζεις τις «ανοησίες» που έγραφα κάποτε για σένα.

Και τώρα, σιωπή. Τα βότσαλα στη χούφτα μου τελείωσαν. Και άδειασα και εγώ.


Αντίο..  



Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

Χαμογέλα στραβά Ρεεε




Ευτυχία είναι..

Να ξυπνάς τα πρωινά από το άρωμα του καφέ που σου έχει φτιάξει ο αγαπημένος σου «βάτραχος» (κατά κόσμον το μαναράκι σου) για να σε ξυπνήσει γλυκά πριν πας στη δουλειά.

Να μπορείς να απολαμβάνεις ένα πιάτο ζεστό φαγητό, φτιαγμένο από τη μάνα σου. Καθισμένος στο τραπέζι του σπιτιού σου. Μακριά από κινητά που σε απειλούν ότι θα χτυπήσουν και θα πρέπει να τρέξεις. Μακριά από λάπτοπ που καταπίνουν τόνους δεδομένων και απορροφούν τη δημιουργική φαντασία σου. Που τα πλήκτρα τους μαγνητίζουν από κάτω τους ψίχουλα από κουλούρια Θεσσαλονίκης και άλλα φαγιά που τρως απορροφημένος σα χάνος από πάνω τους, ενώ παράλληλα φοβάσαι μη σου ξεφύγει κανένα από τα big data του αρχείου σου.

Ευτυχία είναι να αγαπάς έναν άνθρωπο χωρίς να περιμένεις από αντάλλαγμα να σε αγαπήσει και αυτός. Αυτός να πάει να γαμηθεί στο κάτω κάτω ρε φίλε, άμα δε σ’ αγαπάει. Χαμένος εξάλλου δεν είναι αυτός που έδωσε και δεν πήρε, αλλά αυτός που δεν ήξερε και δεν έμαθε ποτέ του να προσφέρει.
 
Να περπατάς στο δρόμο και να χορεύεις ακούγοντας το αγαπημένο σου τραγούδι αδιαφορώντας για όλους τους μίζερους που μπορεί να περνάνε από δίπλα σου κοιτώντας κάτω αν φύτρωσαν μαρούλια στην άσφαλτο της Αθήνας ή που ψελλίζουν δήθεν σαλεμένα το κλισεδάκι που φοριέται τελευταία «όρε που πάει ο κόσμος». Όρε που πας ΕΣΥ? ΕΣΥ ξέρεις που πας? Αναρωτήσου από πού ξεκίνησες και που θέλεις να φτάσεις ΕΣΥ στη ζωούλα σου και πάνε μετά να δεις που θα πάει και αυτός ο κόσμος..

Ευτυχία είναι να ξυπνάς και να ξέρεις ότι έχεις bonus άλλη μια ημέρα για να ζεις και να αναπνέεις, για να μπορείς να γελάσεις, να κλάψεις, να νοσταλγήσεις, να σκεφτείς, να εκνευριστείς, να βρίσεις, να θυμώσεις, να κουραστείς και να πας να κοιμηθείς, έχοντας βάλει ακόμα μια κουκίδα στον ημητελή πίνακα της ζωής σου.

Να μπορείς να ζωγραφίζεις στους τοίχους συνθήματα αγάπης, να χαράζεις καρδούλες σε δέντρα και παγκάκια και να μουτζουρώνεις αδιάφορα το μπλοκ σου, ενώ ακούς στην tv για financial crisis και άλλα κοινωνικοπολιτικοψυχολογικά προβλήματα.

Ευτυχία είναι να ανοίγεις το στόμα σου και αντί να πετάς βατράχια να λες λέξεις όπως «θέλω, μπορώ, διεκδικώ, επιθυμώ, προσπαθώ, ονειρεύομαι, πεισμώνω, κυνηγάω, αλλάζω, βελτιώνω, συγχωρώ, εξερευνώ κλπ κλπ κλπ».

Να σε φιλάει αυτός που θες και να ζεσταίνει την καρδιά σου, όταν έξω έχει -10ο C. Να μην πνίγει κανείς κανέναν με τις αγκαλιές του. Να σε κοιτάει στα μάτια και σου λέει όλα αυτά που ως χέστης και αντιδραστικός αρνείται να σου πει…

Και η μεγαλύτερη ευτυχία είναι να αναγνωρίζεις πως ακόμα και αν είσαι σε ένα κοπάδι από πρόβατα, εσύ δεν είσαι άσπρο σαν όλα τα άλλα, που τους φωνάζουν «μπεεε» και λένε «μπεεεεε». Εσύ είσαι ένα γκρι, μαύρο, μπορεί και μπιρμπιλωτό ακόμα, άσχημο κατσαρόμαλλο πρόβατο που ξέρει ότι διαφέρει από τη μάζα και ΓΟΥΣΤΑΡΕΙ να διαφέρει παρόλο που οι άλλοι το φωνάζουν «άσχημο» και προσπαθούν να το δώσουνε στον κακό τον λύκο.

 (…)

Να μη φοβάσαι τα παραμύθια. Εδώ ολόκληρη κοκκινοσκουφίτσα δε φοβήθηκε το λύκο. Εξάλλου τα παραμύθια δεν είναι αλήθεια μα και αν ήταν, όλα τα παραμύθια τελειώνουν καλά και ζούνε αυτοί καλά και εμείς καλύτερα…

Να προσπαθείς να ζεις όχι απλά καλά. Να προσπαθείς να κυνηγάς το όνειρο να ζήσεις καλύτερα, ακόμα και αν τα παπούτσια που πρέπει να φορέσεις είναι μεγαλύτερα από το νούμερο που φοράς.

Ξεχνάς τι κατάφερε ο παπουτσωμένος γάτος? 




Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Το βαλιτσάκι..




Δύο σοκολάτες, ένα Βερολινέζικο μπλουζάκι και μια φόρμα σου παλιά, που σου είχα πάρει θυμάμαι με το «έτσι θέλω» είναι αυτά που μπορώ να κρατήσω για να σε θυμάμαι..

Θα τα βάλω μέσα σε ένα μικρό βαλιτσάκι, όπως μικρό ήταν και το διάστημα που πέρασα μαζί σου. Και θα τα κρύψω κάπου ψηλά στην μεγάλη μου ντουλάπα, για να μη τα φτάνω. Για να μη φοβάμαι μήπως τα δω και θυμηθώ εσένα.

Θυμάσαι που με ρωτούσες γιατί δε τρώω αυτή τη μεγάλη σοκολάτα που μου χες φέρει από τα εξωτερικά??... Σου απαντάω λοιπόν τώρα, λιγάκι καθυστερημένα, πως την κράτησα για να μπορώ να την κοιτάω και να σιγουρεύομαι ότι «πέρασες»  από εδώ, όταν η μνήμη μου θα έχει ξεθωριάσει τις λίγες αναμνήσεις μου.

Ένας πολύ όμορφος άνθρωπος μου έστειλε προχθές ένα ποίημα του Λουντέμη , «να μάθεις να φεύγεις», που μεταξύ όλων των στίχων τώρα θα θελα να σου γράψω αυτούς.. «…Να μάθεις να κοιτάς την κλεψύδρα, να βλέπεις πως ο χρόνος σου τελείωσε… Μην πιστεύεις αυτά που λένε -η αγάπη δεν είναι ανεξάντλητη, τελειώνει. Η καρδιά χαλάει, θα τη χτυπάς μια μέρα και δεν θα δουλεύει..»

Γιατί μάλλον θα πρέπει να αποδεχτώ πως ο χρόνος μας τελείωσε. Και πως η «αγάπη» αυτή η λίγη μας τελείωσε και αυτή. Γιατί όταν αγαπάς και θες, δεν υπάρχει το «δε μπορώ…». Δε μπορώ σήμερα, ίσως μπορώ αύριο, ίσως μεθαύριο? Ξέρεις, δεν υπάρχει τίποτα παραπάνω από το τώρα μωρό μου.. Και εγώ να μένω εδώ, να περιμένω... Ξέρεις, οι στιγμές που περνάνε, χάνονται και δε μπορείς να κάνεις τίποτα για να τις φέρεις πίσω.. Εγώ το ξέρω. Το κατάλαβα αργά μα προσπάθησα έστω και αν συνειδητοποίησα ότι ο χρόνος στην κλεψύδρα μου τελειώνει..

Και θα βάλω μέσα στο βαλιτσάκι και αυτή την «αγκαλιά» που είχα τόση ανάγκη να σου κάνω, αλλά για σένα δεν υπήρχε ούτε ένα τέταρτο χρόνος κενός, στο σήμερα.. (Για το αύριο ποιος ξέρει?)..

«Έλα «αγκαλιά» μου, δώσε μου τα χέρια σου, να σε διπλώσω μη μου τσαλακωθείς και να χωράς στο μικρό μου βαλιτσάκι..»

Και πριν κλείσω τη βαλίτσα, θα σκορπίσω πάνω της τα φιλιά που ήθελα τόσο να σου δώσω.. Και τις καρδούλες που σου ζωγράφιζα.. Αυτές που σου έστελνα σε μηνύματα τα πρωινά στη δουλειά και αυτές που σου έκανα σε χαρτάκια που κολλούσα κρυφά μέσα στο σπίτι σου.

Και θα πάρω μαζί και όλον αυτό τον ξενέρωτο ρομαντισμό μου που σου προκαλούσε εκνευρισμό και θα τα κρύψω όλα αυτά, στο υπόσχομαι.. Για να μη σε φέρω ξανά σε δύσκολη θέση. Για να μην απαιτήσω ξανά λιγάκι από το χρόνο σου και λίγο χώρο μέσα στην καρδιά σου.

So close your eyes, and think of someone you physically admire and let me kiss you…

Oh, let me kiss you…


Σάββατο, 13 Μαΐου 2017

Κι έμεινα εδώ . . .



Ένα βράδυ στο Κολωνάκι, βρήκα ένα κουτάβι σχεδόν ακόμα, χτυπημένο σοβαρά, πεταμένο στην άκρη ενός πεζοδρομίου. Το πήρα χωρίς δεύτερη σκέψη, το φρόντισα, το πήγα στον κτηνίατρο και ήμουν τόσο χαρούμενη όταν ξεπέρασε τον κίνδυνο και έγινε επιτέλους καλά.. Μόνο που αντί για τέσσερα πόδια όπως όλα τα άλλα σκυλιά, αυτό θα είχε τρία και ένα κουτσό…Και θα κουβαλούσε μαζί μια φοβισμένη και τραυματισμένη ψυχή για πάντα...

Ο πρώτος καιρός που περάσαμε μαζί ήταν δύσκολος.. Δε θα ξεχάσω τα βράδια που κοιμόταν δίπλα στο κρεβάτι μου και με ξυπνούσε κλαψουρίζοντας μέσα στη νύχτα. Και με άφηνε άυπνη πολλές φορές, να πηγαίνω στη δουλειά, κάνοντας με να γκρινιάζω «φαντάσου Νινάκι, να είχες και μωρό να μεγαλώσεις! Δεν είσαι εσύ για τέτοιααα!»

Έμαθα να του δίνω την αγάπη μου και αναγνώρισα με τον καιρό πως με αγάπησε και αυτό. Ήταν επιλογή μου να αγαπήσω ένα σκυλί διαφορετικό από όλα τα άλλα.
Ήταν επιλογή μου γνωρίζοντας τις δυσκολίες που μπορεί να αντιμετώπιζα μαζί του, να κάτσουμε μαζί παρέα!

Και αν καμιά φορά του έλεγα «Τρέξε Πάρη, πιάσε την μπάλα!» και αυτό παραπατούσε και μπουρδουκλωνόταν πάνω στην αδυναμία του να τρέξει όπως όλα τα άλλα σκυλιά, γελούσα, άνοιγα τα χέρια μου και του έλεγα «έλα εδώ βρε κουτό, έλα για αγκαλιά και πάρε μια λιχουδιά, γιατί το αξίζεις!»

(…)

Οι αληθινές ανθρώπινες σχέσεις χτίζονται πάνω στην επιλογή μας να μείνουμε με κάτι μου μοιάζει αδύνατο εκ πρώτης όψεως, και στη δύναμη της ψυχής μας να στηρίξουμε και να πιστέψουμε στο διαφορετικό που μπορεί αρχικά να μας τρομάζει.

Οι αληθινοί άνθρωποι ξέρουν να κοιτάνε πίσω από το χαμόγελο των δήθεν ευτυχισμένων και καλοβολεμένων διπλανών τους, βαθιά μέσα στα μάτια αυτών που «πονάνε» μα γελάνε για να μην καταλάβεις ΕΣΥ τίποτα.

Και οι αληθινοί άνθρωποι ξέρουν να συγχωρούν τα λάθη των άλλων και να «δουλεύουν» τα δικά τους τρωτά σημεία.
(…)

Δεν ήταν επιλογή του «Πάρη» να τον πετάξουν σε ένα πεζοδρόμιο, χτυπημένο. Δεν ήταν επιλογή του να του «τραυματίσουν» ούτε την ψυχή του.
(…)

Πως μπορείς να απορρίψεις ένα πλάσμα ή έναν άνθρωπο για τις δυσκολίες και τις ιδιαιτερότητες  που κουβαλάει άθελα του? Πως μπορείς να αγαπάς επιλεκτικά, κατά πως σε βολεύει? Πως μπορείς να τα παρατάς έτσι εύκολα και να φεύγεις, στρέφοντας το κεφάλι από την άλλη μεριά?

Όταν θες να δώσεις την αγάπη σου, το ενδιαφέρον σου και τη στοργή σου, απλά και μόνο γιατί μέσα από τη δοτικότητα σου ολοκληρώνεσαι και εσύ ως άνθρωπος, αυτή η αγάπη δε χωράει αναβολές, δε σηκώνει εγωισμούς, δε περιμένει να περάσει κανένας χρόνος..

(…)

Και έμεινα εδώ…
Όπως λέει και το τραγούδι…
Και όπως θα μένω πάντα "εδώ", για όσα πιστεύω ότι αξίζουν, να προσπαθώ, να δυσκολεύομαι, να ξεπερνάω και να στηρίζω τα ακατόρθωτα, γιατί ίσως πίσω από αυτά κρύβονται τα πιο μεγάλα όνειρα…




Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

In a manner of speaking...




Κυριακή, 7 Αυγούστου 2017 – Μία και κάτι το μεσημέρι… Κάτω από ένα ψωριασμένο κοκο-φοίνικα να μας κάνει σκιά και εμείς να χαζεύουμε τη θάλασσα. Και κάπου εκεί, ενώ εσύ μου έλεγες για την καινούργια μηχανή που θες να πάρεις, προσγειώθηκε μπροστά μου το ροζ μου συννεφάκι, ανέβηκα πάνω του και άρχισα να ταξιδεύω στις δικές μου σκέψεις…

…«Εσύ θέλεις η σχέση σου να καλύπτει τα κενά σου και εγώ θέλω η σχέση μου να μη μου αφήνει κενά»…

Δύο άνθρωποι που θέλουν ο ένας τον άλλον. Που προσπαθούν αληθινά, για να συνυπάρξουν έστω και για αυτό το γαμημένο «λίγο» «μαζί». Που χαζεύουν την ίδια θάλασσα, από διαφορετική όμως, οπτική γωνία.

Πόσο δύσκολο είναι να θες κάποιον και να μη μπορείς να του το πεις?

Πόσο δύσκολο είναι να προσπαθείς να διεκδικήσεις το χρόνο του άλλου, όταν ο χρόνος του δεν είναι ελεύθερος μόνο για εσένα?

Θέλω να σου φωνάξω «σε θέλω» και δεν μπορώ. Θέλω να σου πω «σε γουστάρω τόσο τρελά ρε γαμώτο»  αλλά κάτι μέσα μου με κάνει να μην έχω φωνή.. Θέλω να σου πω ακόμα πως.. Να, τόσο δα, λιγάκι, μπορεί να σ’αγαπώ γιατί είναι αυτό το χαμόγελο σου που με κάνει να χαίρομαι, τα μάτια σου που ποτέ δε καταφέρνω να συναντήσω, η αύρα σου όταν κάθεσαι αδιάφορα δίπλα μου, η ανεξαρτησία σου που σε κάνει να «πετάς» και τίποτα να μη μπορεί να σε πιάσει..

Και ενώ κάθε φορά είμαι τόσο κοντά να σου πω όλα αυτά τα γλυκανάλατα που απεχθάνεσαι, τελικά δεν τα καταφέρνω.. Γιατί δε πιστεύεις στα λόγια, δε σου αρέσουν τα «φρου-φρου» και τα «αρώματα» και είναι αυτός ο ρεαλισμός σου που με ισοπεδώνει και δε μπορώ να σου ανοιχτώ.

Κοιτώντας την ίδια θάλασσα, με διαφορετικά μάτια, ο ένας μπορεί να «κολυμπάει» και ο άλλος μπορεί να «πνίγεται». Και όταν υπάρχει απόσταση στα «θέλω» δύο ανθρώπων και στον τρόπο που εκδηλώνονται, πόσο αυτό μπορεί να αντέξει και να μη φθαρεί?

Σε κρατάω σφιχτά για να σε χορτάσω και ξέρω πως σε λίγο δε θα είμαστε μαζί.. Όπως κρατάει ένα μικρό παιδί το πορσελάνινο βάζο της μαμάς του σφιχτά στα χέρια του για να μη γλιστρήσει του πέσει κάτω και σπάσει αλλά κατά λάθος το σπάει στα χέρια του από τη δύναμη του..»

Γιατί η δύναμη και η δυναμικότητα μας κάποιες φορές είναι τόσο έντονη που αντί να προστατεύει, καταστρέφει. Αντί να σε κάνει να νιώθεις «χορτασμένος», αφήνει ένα μεγάλο «κενό» μέσα σου. Αντί να σε κάνει άνθρωπο δοτικό, σε κάνει εγωιστή και εγωκεντρικό.

Θέλω και εγώ να «πετάω» ελεύθερη και τίποτα να μη μου αφήνει αυτό το ανικανοποίητο κενό μέσα μου.. Θέλω να μπορώ να σε θέλω και να στο λέω, να μπορώ να είμαι δίπλα σου όποτε και για όσο θέλω και εγώ.. Θέλω να νιώθεις όσα νιώθω και εγώ μα να, βλέπεις? Γίνομαι εγωίστρια και αυτό είναι που μισώ περισσότερο. Γιατί σημασία έχει οι σχέσεις μας να μας ολοκληρώνουν και όχι να μας αφήνουν μισούς και εγωιστές….
(…)

«Έλα, που χαζεύεις, σήκω, πάμε…» , μου είπες.

Και σηκώθηκα δήθεν χορτασμένα, να φύγουμε. Μα ήθελα και άλλο. Αλλά δε στο πα. Όχι. Και ούτε θα στο ξαναπώ. Γιατί θέλουμε να χαζεύουμε την ίδια θάλασσα δίπλα-δίπλα, «Μάνο» μου, αλλά με τόσο διαφορετικό τρόπο. Και δεν μπορώ παρά να σε αφήσω να «κολυμπάς» μέχρι να έρθει ένα μεγάλο κύμα και να «πνίξει» όλα μου τα «εγωιστικά θέλω» για πάντα...


"So in a manner of speaking I just want to say, that like you I should find a way to tell you everything by saying nothing..."



Δευτέρα, 27 Μαρτίου 2017

«Δε γαμάει ο ωραίος.. γαμάει ο θαρραλέος» !



Γουστάρω τους ανθρώπους που τα ζουν όλα στο κόκκινο. Που γουστάρουν τρελά και το δείχνουν. Που παθιάζονται, ερωτεύονται, καψουρεύονται, κυλιούνται και στα πατώματα άμα λάχει και το παίζουν σφουγγαρίστρες για να μαζεύουν μόνοι τους τις «μύξες» και τα «δάκρια τους» μετά τη χυλόπιτα και όλα αυτά γιατί είναι θαρραλέοι και έρχονται αντιμέτωποι με τα συναισθήματα τους, οΡεε. 

Πόθος, πάθος, έρωτας, απόρριψη, θυμός, νεύρα, πίκρα, και όλο αυτό πάλι από την αρχή..

Τι να τον κάνεις τον ωραίο ή τον «δήθεν» ωραίο που στο παίζει ιστορία για να σε κολλήσει και μετά να σε φτύσει? Τι να τον κάνεις αυτόν που θα του λες «σ’αγαπώ» και θα σου γυρνάει την πλάτη για να κοιμηθεί? Που θα του λες «ΣΕ ΘΕΛΩ» και θα σου λέει «και εγώ θέλω να δω tv»..

Τι να το κάνεις να επαιτείς για λίγες ξενέρωτες στιγμές που εσύ θαρραλέα θα διεκδικείς και ο άλλος γενναιόδωρα θα σε απορρίπτει για μια άλλη, άλλες, πολλές, τόσες όσες είχε ο Ζάχος, ο Δόγκανος στο «Εκείνες & εγώ»..

Τι να το κάνεις να έρχεσαι «δεύτερη», μην πω και «τρίτο-τέταρτη» στη ζωούλα κάποιου που έχει την καυλ«Άντα» και την κάθε «Άντα»/ «Σούλα»/ «Τούλα» να μπαινοβγαίνει τόσο εύκολα στη ζωή του?

«ΓΑΜΑΕΙ» και είναι πραγματικά «γαμάτος» τυπάς αυτός που θα σε κερδίσει με την επιθυμία του να σε γνωρίσει και να σε διεκδικήσει.

«Γαμάει» και είναι πραγματικά «ΓΑΜΆΤΟΣ» τυπάς αυτός που θα σε κοιτάει στα μάτια και θα διαβάζεις στα μάτια του πόσο σε θέλει.

«ΓΑΜΑΕΙ» και είναι πραγματικά «ΓΑΜΆΤΟΣ» τυπάς αυτός που θα σου χαμογελάει και θα νιώθεις ο πιο ευτυχισμένος άνθρωπος της γης απλά και μόνο γιατί είσαι δίπλα του.

Και αν «γαμήσει» και ο «ωραίος» που κατά τα άλλα είναι ένας απόμακρος, δύσκολος και ζαμαν-φου-τίστας τυπάς, δε θα είναι για πολύ.. Γιατί όσο θαραλλέα/ος και αν υπήρξες για να προσπαθήσεις να μείνεις δίπλα σε ένας τέτοιο τύπο, κάποια στιγμή ο τσαλακωμένος εγωισμός σου θα «ξυπνήσει» και θα πει «enough is enough my dear» και θα αποχωρήσει εξίσου θαρραλέα όσο διεκδίκησε κάποτε..

Έτσι είναι μανάρι μου.. «Γαμάνε οι ωραίοι» μα πιο πολύ «γαμάνε» αυτοί οι «ωραίοι θαρραλέοι» που ξέρουν να σου «γαμάνε» με καλύτερο τρόπο το μυαλό.

P.s. “I love you”.. Μα πέρα από τα παραμύθια που δεν είναι αλήθεια, θα στείλω τα ξενέρωτα φιλιά μου σε αυτούς τους «δήθεν ωραίους», θα τους «φτύσω» να μη τους ματιάΞω και ως ξεροκέφαλα θαρραλέα που είμαι, θα διεκδικήσω κάποιον εξίσου θαρραλέο για να τα κάνουμε ΟΛΑ πουτ@να μαζί, ζώντας τα «πάντα» για «όσο»… ακόμα και αν αυτό είναι μόνο «τόσο».