Μέλη

Τρίτη, 17 Ιουλίου 2012

Δόση αστερόσκονης



Μία δόση, ένα βράδυ στο Λυκαβηττό , ένα πολύ ζεστό βράδυ στην καρδιά του καλοκαιριού.
Η Αθήνα κάτω από τα βράχια μοιάζει να βράζει, όμως εκεί πάνω ξέχασα για λίγο το βάσανο του καύσωνα. Ήταν η στιγμή που χάζευα πότε τα μικροσκοπικά φωτάκια από κτίρια και δρόμους που τρεμόπαιζαν , πότε τα αστέρια που έτυχε να κάνουν την εμφάνιση τους σε έναν παράξενα «καθαρό» ουρανό.
Φωνές από ζευγάρια, παρέες, τουρίστες που ξέμειναν ως αργά εκεί φτάνουν στα αυτιά μου και σκέφτομαι πως ζω την απόλυτη πολύ-πολιτισμικότητα  της Ελλάδας του 2012. Μια πολυεθνική εταιρία είμαστε. Με περιορισμένες ευθύνες.. ( Ο, Κόσμε.. Μας λυπάμαι..)

Αριστερά μου ένα ζευγάρι κάνει μαύρο και συζητάνε για αρκετή ώρα ο καθένας για τη ζωή του. Σε κάποια φάση ακούω την κοπέλα να δηλώνει στο αγόρι, « είμαι ερωτευμένη μαζί σου αλλά μη φας φρίκη με αυτό, δεν θα σου γίνω βάρος….» Μετά από λίγο , τελειώνουν το τσιγάρο τους, την αφήνει να σηκωθεί πρώτη, αυτή προχωράει μπροστά και φεύγουν.

Δεξιά μου, πιο μακριά, μια αντροπαρέα από κάφρους που κάνουν τηλεφωνικές φάρσες και αποκαλούν ανελέητα ο ένας τον άλλο «μαλάκα» με εκνευρίζουν απίστευτα. Σε λίγη ώρα προστίθεται στην παρέα τους και ένα ζευγάρι. Το αγόρι σέρνει κυριολεκτικά μια μεθυσμένη κοπέλα που καλά- καλά δεν μπορεί να σταθεί στα πόδια της. ΤΙ κάφρος.  Όμοιος τω ομοίω , δείξε μου τους φίλους σου να σου πω ποιος είσαι..

Αρκετά μέτρα πιο κάτω, ακούγονται οι γνωστοί αγγλο-αμερικάνοι τουρίστες που φωνάζουν επιδεικτικά μιλώντας αγγλικά , τρώγοντας (μάλλον κανένα σουβλάκι , όπως τους έκοψα) και πίνοντας μπύρες. Κάποιοι άλλοι γάλλοι παραδίπλα μου , σχολιάζουν τα μνημεία. ( Αν είναι δυνατόν, στις 4 το πρωί να ασχολείται ακόμα κάποιος με την κουλτούρα και τον πολιτισμό!)

Μια τετράδα αθίγγανων τραγουδάνε με ένα μπουζούκι της κακιάς ώρας. Ο τραγουδιάρης αρχηγός τους νομίζει πως κάνει το όνειρο του , να τραγουδήσει μπροστά σε κοινό, πραγματικότητα.

Και εγώ, παρατηρώ γύρω μου και είμαι μόνο εκείνη τη στιγμή χαρούμενη. Γιατί σε έχω εκεί να βασανίζεις το μυαλό μου….
«Φεύγεις. Σκάω απότομα πάλι στο έδαφος, σηκώνοντας ένα σύννεφο σκόνης γύρω μου όπως πέφτω από ψηλά…»

Θέλω τη δόση μου ξανά. Η Αθήνα συνεχίζει να βράζει και η ζέστη  με κάνει να «λιώνω» στον καναπέ μου αγκαλιά με το air-condition χωρίς να θέλω να κάνω το οτιδήποτε.

Θέλω τη δόση μου, σου λέω. Σε φωνάζω. Αργείς όπως πάντα και θυμώνω τόσο που χάνω λεπτά από κοντά σου. Έρχεσαι όμως επιτέλους.
Πολλές ώρες περνάνε, αλλά μοιάζουν να έχουν μπει στον συμπιεστή και φαίνονται τόσο λίγες.
Είναι η στιγμή που  χαζεύω. Τότε που έρχεσαι πάλι. Η αστερόσκονη πέφτει πάνω μου και δεν βλέπω τίποτα άλλο, δεν θέλω τίποτα άλλο – περιμένω να ακούσω κάτι καλό από σένα. Περιμένω… Περιμένω… Δεν ακούω τίποτα. Και πάλι πέφτω. Αυτή τη φορά το σύννεφο της σκόνης που σηκώνεται από την «σαβούρα» που τρώω και πέφτω, είναι πιο μεγάλο από πριν.

Και έρχεται η στιγμή που περπατάω ανάμεσα στον κόσμο. Γύρω μου υπάρχουν πολλά φώτα. Όλοι βλέπουν. Όλοι παρατηρούν. Μπορούν να δουν πως είμαι χαρούμενη σίγουρα.
Σε «κρατάω σφιχτά κοντά μου» μη μου φύγεις πάλι. Έχει και ζέστη, μπορεί αυτή να με βοηθήσει να κολλήσεις πάνω μου. Μάταια. Ύστερα από λίγο , το κλασσικό , η δόση τελειώνει και εγώ έχω σημάδια στέρησης.

…. Παίρνω συχνά τη δόση μου. Είναι αυτή η διάφανη αστερόσκονη που ψεκάζει η μορφή σου πάνω από το κεφάλι μου και με κάνει να μη μπορώ να σκεφτώ τίποτα παρά μόνο εσένα. Τρελαίνομαι. Θέλω να τρέξω , να ξεφύγω, αλλά.. άδικα. Το μόνο που καταφέρνω κάθε φορά είναι να χαίρομαι για λίγο, αφού πάρω τη δόση μου, το ναρκωτικό μου. Είναι οι απειροελάχιστες στιγμές που τίποτα δεν με στεναχωρεί. Και μετά, πάντα τα γνωστά συμπτώματα στέρησης. Κρύος ιδρώτας, αγωνία, πανικός, φόβος, άσχημες σκέψεις, απελπισία, απόγνωση, άγχος, μήπως με «εγκαταλείψεις». Μήπως με «πουλήσεις». Μη με «πονέσεις» όπως αγκιστρώνεσαι στα κύτταρα του μυαλού μου.

(…)

Αυτό γίνεται συνέχεια. Πότε κρύο πότε ζέστη. Πότε χαρά πότε αγωνία και αβεβαιότητα,
Αυτό συμβαίνει σε όλους σε αυτή τη ζωή?
Ή είναι ένα είδος τιμωρίας που έρχεται επειδή εσύ το επιλέγεις και παίζει μαζί σου σαδομαζοχιστικά παιχνίδια?
Σκωτσέζικο ντούζ.. Ηλεκτρισμός στα «αδρανή» κύτταρα μου.

Ένας φαύλος κύκλος. Μια ρουλέτα που δεν ξέρω αν θα σταματήσει στο νούμερο που πόνταρα. Ένας γκρουπιέρης που ξέρει πως θα χάσω αλλά με προτρέπει να δεχτώ το στοίχημα. Και εγώ δέχομαι. Δεν με νοιάζει που χάνω. «Η ελπίδα, λένε, πεθαίνει τελευταία.»
Τόσο ύπουλη φράση. Δίνεις έμφαση στην ελπίδα και αγνοείς τον θάνατο της.
Ξύπνα ηλίθιε, η ελπίδα πεθαίνει στο τέλος.
Εγώ περιμένω το επικήδειο της αλλά ακόμα παίζω ρουλέτα και προκαλώ την τύχη μου.

Θέλω πάλι τη δόση μου.
Λίγη αστερόσκονη για να νιώσω στιγμιαία πως είμαι «ο Βασιλιάς της Ζούγκλας».
και μετά «να πέσω πάλι στο έδαφος, προκαλώντας το συνηθισμένο πλέον σύννεφο από χώμα, που καθώς σηκώνεται μου προκαλεί βήχα και αηδία.»

Θέλω τη δόση μου… ΕΛΑ..