Μέλη

Δευτέρα, 2 Ιουλίου 2012

Σύννεφα από καπνό..




Ξενύχτησα χθες.. Είχα πιει πολλούς καφέδες. Ξέρεις, έχω αυτό το κακό συνήθειο να πίνω καφέ μέχρι και στις 9 το βράδυ , όταν είμαι σπίτι και δεν έχω άγχος να κοιμηθώ νωρίς, για να ξυπνήσω την επόμενη νωρίς..
Έτσι καθόμουν ως αργά μόνη στο άδειο μου σπίτι. Ήταν από τις  φορές που είχα ένα σπίτι ολόδικό μου. Με μια κούπα γεμάτη καφέ, στο χέρι, περιφερόμουν από δωμάτιο σε δωμάτιο. Μία δοκίμαζα κατά πόσο οι καναπέδες στο καθιστικό και στο σαλόνι ήταν άνετοι. Μετά σκαρφάλωσα σα παιδί στο νεροχύτη της  κουζίνας για να δω έξω από το μεγάλο παράθυρο που βρισκόταν ακριβώς από πάνω του, τη θέα του μικρού δρόμου και των βουβών πολυκατοικιών.  Ύστερα , ένιωσα μια ασυγκράτητη υπερένταση και τα πόδια μου με οδήγησαν στο πιάνο. Εκεί σειρά πήραν τα χέρια μου που όμως έχουν μοιάσει πολύ τελικά σε εμένα. Ξεροκέφαλα και ανυπάκουα, δεν έκαναν ότι τους έλεγα. Αρνιόντουσαν πεισματικά να συμμορφωθούν με τις εντολές μου. «Αϊ στο Διάολ..» φώναξα δυνατά αλλά δεν τελείωσα τη κουβέντα. Ίσως από φόβο. Όταν είμαι μόνη μου στο σπίτι για μέρες, ξυπνάνε τα φαντάσματα του σαλονιού και αν με ακούσουν να βρίζω ή να φωνάζω δυνατά τις κακές σκέψεις μου, με εκβιάζουν ότι θα σπάσουν τις αλυσίδες τους και θα με κυνηγήσουν.

Δεν ήθελα να τα προκαλέσω . Ξέρεις πως τους φοβάμαι εγώ τους μπαμπούλες και τα φαντάσματα!  Έπιασα ξανά την κούπα με το καφέ μου, ήταν νομίζω 10παρά το βράδυ. Είχα αφήσει την τηλεόραση ανοιχτή μήπως έπαιζε τίποτα της προκοπής και ξεγελούσε λίγο το ανήσυχο μυαλό μου, αλλά Σάββατο βράδυ μάλλον δεν είναι και η καλύτερη παρέα για τους φίλους σπιτόγατους, αυτό το κονσερβοκούτι.

Νεύρα. Πολλά νεύρα για το τίποτα. Μια ανησυχία που δεν ήθελα να εξηγήσω. Γιατί προσπαθώ ακόμα να «ξεχάσω».  Βέβαια θα μου πεις, πώς να μην έχω νεύρα όταν πίνω συνέχεια καφέ. Και εγώ σου λέω, δεν φταίει ο καφές για τα νεύρα μου. Άλλα μου φταίνε. Μου φταις εσύ που μου γλίστρησες έτσι από τα χέρια. Μου φταίει που « ένα πρωί είχα πάει για ψώνια στα μαγαζιά, έβγαλα για λίγο το αγαπημένο μου τζιν για να δοκιμάσω ένα άλλο , βγήκα να με δω στον καθρέφτη και όταν ξαναμπήκα για να σε φορέσω σε είχαν κλέψει». Μου φταίει που πάντα μου γκρίνιαζες όταν με είχες και αρνιόσουν να πετάξεις μαζί μου στα ρόζ συννεφάκια μου από φόβο μη σε ρίξω.  Να ξέρεις ρε γαμώτο, εγώ συννεφάκια ροζ δεν έφτιαχνα ποτέ πριν από σένα ούτε θα ξαναφτιάξω ποτέ. ΠΟΤΕ. Δεν θέλω, δεν μπορώ και δεν χρειάζεται. Είμαι καλά τώρα εδώ κάτω, προσγειωμένη από την ανώμαλη πτήση μου , να ψάχνω τις «αποσκευές» που έχασα στο ταξίδι..

«Εκεί που ήσουν , ΕΙΜΑΙ και εδώ που είμαι… θα έρθεις..» Θα έρθεις όμως? ΟΧΙ, δεν θα έρθεις μου λες ψέματα, όπως ψέματα ήξερες να μου λες χρόνια τώρα. Και εγώ είχα μάθει να χρησιμοποιώ ψέματα βέβαια, γιατί δεν άντεχα να δω το πόσο σε αγαπάω. Βλάκα, ηλίθιε, τυφλέ, ανώριμο πλάσμα, μπούφος μια ζωή. Σου είχα πει: Πάρε με να φύγουμε μακριά, μόνο εμείς οι 2.. Δεν ήθελες. Αν ήθελες θα το είχες κάνει. Φοβήθηκες. Η αγάπη θέλει ρίσκο και εγώ ήθελα να «κάνουμε μαζί bungee jumping δεμένοι στο ίδιο σκοινί.» Εσύ τα φοβόσουν αυτά και τελευταία στιγμή έπεσα μόνη μου από τη γέφυρα. Προσπάθησα να σε κρατήσω, να έρθεις μαζί μου, σε έσφιγγα από το μακώ μπλουζάκι που φορούσες, όμως εσύ αρνιόσουν να πέσεις. Μου έπιασες το χέρι και με κοίταξες μόνο χωρίς να μου πεις τίποτα. Είχα καταλάβει. Έκλεισα τα μάτια μου και άρχισα να πέφτω μόνη στο κενό. Άκουγα τον αέρα να σφυρίζει δυνατά στα αυτιά μου και σε κλάσματα δευτερολέπτων βρέθηκα βυθισμένη πολλάααα μέτρα κάτω από το νερό, χωρίς αναπνοή. Προσπαθούσα να ανέβω στην επιφάνεια, να πάρω μια λαίμαργη ανάσα, δεν είχα οξυγόνο στα πνευμόνια μου. Ένιωθα το μυαλό μου να μουδιάζει και τις αισθήσεις μου να χάνονται..»

Ακόμα Σάββατο βράδυ είναι, περασμένες 12 και προσπαθεί ένας χοντρός κύριος να μου πουλήσει συσκευή για απώθηση κατσαρίδων , στην τηλεόραση. Είναι αργά για να πάρω να τους παραγγείλω 2-3 συσκευές, ξέρεις πως φοβάμαι και τις κατσαρίδες. Πάω στο δωμάτιο μου , ανοίγω το πρώτο συρτάρι του γραφείου μου και βρίσκω στο βάθος κρυμμένο τον καπνό μου. Εύχομαι να μην έχει χάσει το «άρωμα» του. Τον είχα σφραγίσει τόσο καλά την τελευταία φορά, ήξερα πως θα αργήσει η επόμενη, που θα έμενα μόνη για να στρίψω ένα τσιγάρο.  Καφές και τσιγάρο στη 1 το βράδυ, ακούγεται τρελό αλλά εγώ μπορώ να το κάνω. Γιατί ποιος είπε ότι εγώ δεν είμαι τρελή? Τώρα κύλαγαν 2 καταραμένες ουσίες στο αίμα μου. Καφεΐνη και νικοτίνη. Τέλεια. Μόνο εσύ λείπεις το ξέρεις? Σίγουρα αν ήσουν εδώ θα σου είχα παραγγείλει κινέζικο, που ξέρω ότι σε πειράζει καμιά φορά, αλλά εγώ θα το έπαιρνα και δεν θα μου χαλούσες χατίρι. Μετά θα καθόμασταν σκασμένοι από το φαί στον καναπέ και θα χουχουλιάζαμε (. . .) Μου λείπεις ρε γαμώτο. Απεγνωσμένα. Άρρωστα. Ξέρω ότι ο κόσμος να χαλάσει , στα επόμενα χρόνια της ζωής μου μόνο τυχαία μπορώ να εύχομαι να σε συναντήσω. Και αυτή η ευχή μου γίνεται εφιάλτης, αφού τρέμω στην ιδέα ότι μπορεί να σε συναντήσω με.. το «άλλο σου μισό.» Μαλακίες. Με όποια και να είσαι τώρα ή μετά από χρόνια, το  άλλο σου μισό είμαι και θα είμαι εγώ. Και εσύ είσαι το δικό μου. Και θα είσαι. Μη νομίζεις ότι θα ξανακάνω αυτά που κάναμε, με άλλους. Ο ένας μου ξυνίζει, ο άλλος μου βρωμάει. Σε όλους ψάχνω αυτό το γαμημένο κάτι που βρήκα σε σένα και δεν ξέρω τι στον κόρακα ήταν. Είσαι αυτό το κωλόπαιδο που αγάπησα και μίσησα.

Θέλω να νομίζεις ότι είμαι τέλεια, ότι έχω βρει επιτέλους κάτι άλλο να ασχοληθώ , αλλά ξέρω δεν είσαι βλάκας, είμαι σίγουρη δηλαδή πως τώρα ξέρεις πόσο βασανίζομαι. Να σου πω την αλήθεια, πιστεύω χαίρεσαι κιόλας. Αυτό δεν ήθελες πάντα? Να με βλέπεις να στεναχωριέμαι? Και μετά σου λένε «αγάπη». Αγάπη και κουραφέξαλα. Να τις βράσω τις αγάπες μωρέ, άμα είναι όλες να μου θυμίζουν εσένα. Τις προάλλες είχα πάρει το αμάξι και ερχόμουν προς τα εσένα. Όχι για να σε πάρω να κατέβεις απλά για να θυμηθώ τη διαδρομή που είχα καιρό να κάνω. Ήταν αργά το βράδυ. Όλα συνηγορούσαν για να μην έρθω, εγώ όμως το χα βάλει πείσμα. Μέχρι που τράκαρα. Αλλά δεν το έβαλα κάτω, η ηλίθια, μετά από λίγο συνέχισα με κατεύθυνση προς τα εσένα. Και ήταν , σχεδόν στα μέσα της διαδρομής, μια στιγμή που δεν θυμάμαι καθόλου. Ήταν σα να μην την έζησα ποτέ. Απλά βρέθηκα στο αντίθετο ρεύμα και είδα ένα αμάξι να έρχεται κατά πάνω μου και να κορνάρει –σα να με έβριζε  που βρέθηκα στο δρόμο του. Δεν ξέρω ποιος το έκανε αυτό, ποιος δεν με άφησε να έρθω. Ξέρω όμως ότι ήθελα να ξεράσω . Γύρισα πίσω και είπα πως «ήρθα».

Τώρα το τσιγάρο μου τελειώνει. Νομίζω τελικά ήταν καλός φίλος για τον καφέ που τίναζε τόση ώρα τα νεύρα μου μάλλον από βαρεμάρα.
Είναι  3 παρά τα ξημερώματα, η τηλεόραση συνεχίζει να παίζει αηδίες και επειδή δεν θέλω να στοιχειώνεις άλλο τις σκέψεις μου διατάζω το μυαλό μου να σε διαγράψει.
request confirmed” “request confirmed” “request confirmed”           

Νομίζω είμαι εντάξει τώρα, κάθε φορά που θα προσπαθείς να μου κυριεύσεις το μυαλό , βρήκα τελικά τρόπο να σε δαμάζω.
Πηγαίνω στο δωμάτιο μου και βάζω τη μουσική στο τέρμα. «Αϊ στο ΔΙΑΟΛΟΟΟ» φωνάζω και περιμένω να δω αν θα βγει κανένας μπαμπούλας από την ντουλάπα. Τίποτα.
Μου το είχες πει κάποτε, ότι πιστεύω σε ανοησίες και δεν υπάρχουν φαντάσματα.
Έχεις δίκιο..
Α, δεν σου είπα. Μετά την ελεύθερη μου πτώση από την γέφυρα, κατάλαβα ότι δεν φοβάμαι την μοναξιά . Περισσότερο φοβάμαι αυτούς που μου υπόσχονται πως θα είναι δίπλα μου και δεν θα με αφήσουν αλλά τελικά μια μέρα «ξεχνάνε» τα λόγια τους και γυρνάνε εύκολα σελίδα.
Και φοβάμαι αυτούς που ξεχνούν , γιατί μαζί με τα ανούσια που διαγράφουν, τους διαφεύγουν και οι πιο όμορφες στιγμές της ζωής τους. Εγώ, πίστεψε με, δεν ξεχνάω τίποτα, τα έχω όλα γραμμένα και στο μυαλό μου και στα χαρτιά μου και εδώ. Μεγάλη μου σκασίλα για το ποιος θα τα διαβάσει , τι θα σχολιάσει και αν θα ξυνίσει τη μουτσούνα του ή δεν θα μου ξαναμιλήσει. Είμαι αυτή που είμαι και δεν θα αλλάξω για κανέναν..

Επίσης ξέχασα να σου πω ότι αύριο πρωί-πρωί θα πάρω στο telemarketing να παραγγείλω 5-6 εντομοαπωθητικά για να έχω το κεφάλι μου ήσυχο. Κατσαρίδες γιόκ, έλεγε ο κυριούλης. Εγώ τον πιστεύω, στο κάτω-κάτω δεν χάνω τίποτα να δοκιμάσω. Αν εμφανιστεί κανένα «τέρας» ποιος θα μου το σκοτώσει? Εσύ? «Δεν νομίζω Τάκη»..

 Και μιας και τα λέμε όλα, γιατί η ειλικρίνεια είναι πάνω απ’ όλα , κάποια στιγμή όταν θα καταφέρω να αγγίξω έστω και για μια στιγμή τα όνειρα μου, τότε θα σε «ενοχλήσω» και θα σου στείλω μια ανώνυμη πρόσκληση στο σπίτι, για εσένα και.. την μελλοντική οικογένεια σου. (Να το θυμάσαι. ΕΓΩ θα είμαι.)  Για να σου αποδείξω μετά από πολλά χρόνια , τι ήταν αυτό που κάποτε από βλακεία σου έχασες και απαρνήθηκες. Για να δεις ότι μπορεί «να άφησα το καναρίνι μου ελεύθερο , να φύγει από το κλουβί του» .. Ότι μπορεί να μου λείπει το «τραγούδι» του, που επί χρόνια άκουγα κάθε μέρα αλλά... Χαίρομαι που ξέρω ότι «είναι τώρα κάπου αλλού, ελεύθερο από τα δεσμά μου και χαρούμενο. Και ότι μπορώ να πετάξω και εγώ ψηλά, ελεύθερη για να κυνηγήσω ΆΣΠΡΑ όνειρα…»