Μέλη

Τετάρτη, 27 Ιουνίου 2012

Τι ειρωνεία;!



Είναι κάποιες ώρες χωρίς ήχο..
Μιλάς και η φωνή σου πέφτει στο κενό.
Το μόνο που μπορείς να διακρίνεις είναι μια σειρά από εικόνες να τρέχουν βιαστικά μπροστά σου.  Τσιρίζουν στα αυτιά σου προσπαθώντας να σε  ξυπνήσουν από τον λήθαργο. Γδέρνουν μανιασμένα, με σύρματα τους τοίχους του μυαλού σου , προσπαθώντας να σε ανατριχιάσουν και να σπάσουν την κλωστή που σε κρατάει μετέωρο , πάνω από το απόλυτο κενό. Θέλουν να πέσεις. Να χαθείς στο σκοτάδι που κρύβεται κάτω από τα πόδια σου. Όμως εσύ δεν μπορείς να ακούσεις τίποτα. Μόνο βλέπεις τυχαίες αναμνήσεις να ξεπηδάνε στο δρόμο σου και σφίγγεις γροθιές τα χέρια σου , να αντέξεις στον παρόν και να μη πέσεις στο χάος που οδηγεί στο παρελθόν.

Είναι άλλες ώρες χωρίς εικόνα..
Ανοίγεις τα μάτια σου και δεν βλέπεις τίποτα, παρά μόνο έναν κατάμαυρο πίνακα να εκτίνεται στο οπτικό σου πεδίο.
Απλώνεις τα χέρια σου, να ψηλαφίσεις το χώρο. Ότι πιάνεις , μετά από λίγο γίνεται καπνός. Στάχτη που λιώνει στα χέρια σου και εξαφανίζεται. Τα πάντα εξαϋλώνονται και διασκορπίζονται στον χώρο . Κι όμως εσύ δεν βλέπεις τι ήταν αυτό που θρυμμάτισες. Κι αν ήταν κάτι σημαντικό για σένα; … Προσπαθείς να βρεις  τις άκρες του μανδύα που σκεπάζει το φώς σου..  Ένα βήμα ακόμα και είσαι πολύ κοντά, νιώθεις την αύρα της ελευθερίας από το σκοτάδι, να σε αγγίζει. Ένα βήμα...και πέφτεις στο κενό.. Και είναι τόσο σκοτεινά όλα γύρω σου που δεν μπορείς να δεις τίποτα. Ακούς μόνο, τον αέρα που σφυρίζει στα αυτιά σου ,θυμωμένα, όπως χάνεσαι στο άπειρο.

Είναι και ώρες χωρίς αφή..
Βλέπεις τα χρώματα να μπλέκονται μπροστά στα μάτια σου και να σχηματίζουν εικόνες. Πρόσωπα γνώριμα σε σένα. Δικά σου κομμάτια, που έχεις χάσει πια,  και αφήνουν το πάζλ της ζωής σου 
ΜΙΣΟ 
Και αυτές τις εικόνες, τις συνοδεύουν μουσικές. Αρμονίες που μοιάζουν να σου δημιουργούν ευχάριστα συναισθήματα .  Χαμογελάς και γυρνάς γύρω από τον εαυτό σου γρήγορα.. Πιο γρήγορα.. Ακόμα πιο γρήγορα….  Σαν μια σβούρα. Όσο στριφογυρνάς, περνάνε οι φωτογραφίες και δημιουργούν ένα φιλμ.
Και τότε απλώνεις τα χέρια σου να αγκαλιάσεις τη στιγμή. Αλλά τα χέρια σου δεν φτάνουν να ακουμπήσουν τους ανθρώπους. Τους βλέπεις, τους αισθάνεσαι, τους ακούς  που μιλάνε, τους φωνάζεις… Κι όμως, δεν μπορείς να νιώσεις το βάρος της επαφής στα δάχτυλα σου. Δεν μπορείς να κλείσεις στην αγκαλιά σου τις στιγμές. Υπάρχει μια αόρατη δύναμη που παγώνει την αφή σου..
Οι αναμνήσεις σε φωνάζουν να γυρίσεις... Επιτέλους τις ακούς. Φωνές γνώριμες. Πότε γλυκές, πότε αυστηρές και επιβλητικές.
Διακρίνεις τα πρόσωπα τους… Επιτέλους βλέπεις. Το δυνατό φως του ήλιου σχεδόν σε αναγκάζει να μισοκλείσεις τα μάτια σου για να διακρίνεις τις φυσιογνωμίες.

Και είναι ΑΥΤΗ Η ΣΤΙΓΜΗ τόσο όμορφη.


Όμως…. ΠΟΤΕ ΔΕΝ θα αγγίξεις τις εικόνες και τους ήχους που κατάφεραν να ζωντανέψουν από το παρελθόν και να φτάσουν με θράσος να σταθούν μπροστά σου.
Γιατί είναι στιγμές από μια ώρα χωρίς… αφή…

«Δεν μπορείς να έχεις πάντα όσα θέλεις….»

Εγώ όμως δεν παύω να ονειρεύομαι τα «θέλω μου».




* 4 - 3 - 0 - 8 




Σάββατο, 23 Ιουνίου 2012

Ο εραστής μου



Σχεδόν στα μέσα του καλοκαιριού.
Έχει τόσο αφόρητη ζέστη έξω. Ο βόμβος από τα τζιτζίκια που νομίζουν πως τραγουδάνε τον «πόνο» τους, μου ζαλίζει τα αυτιά. Θέλω να ακούσω τη φωνή σου. Να ταξιδέψω με τις μελωδίες σου. Ένας μικρός πονοκέφαλος, μου χαλάει τη διάθεση και η ώρα δεν λέει να περάσει.. Το ρολόι ,κάθε φορά που βρίσκομαι στον καναπέ μου, σε αυτή τη θέση, δείχνει πάντα 4 το απόγευμα..

Μέτραγα τα χρόνια που κρατάει η σχέση μας..
Ήμουν 10 χρονών όταν , μια μόνο στιγμή ήταν αρκετή για να αποφασίσω να έρθω κοντά σου. Σε θαύμαζα , άκουγα τον ήχο σου στα αυτιά μου και μαγευόμουν.
Στα διαλείμματα στο σχολείο, περνούσα καμιά φορά από την αίθουσα που βρισκόσουν με την ελπίδα να μην είναι κανείς άλλος μαζί σου, να σε πλησιάσω , να σε ακουμπήσω και να εξερευνήσω κάθε νότα του κορμιού σου.

14 ολόκληρα χρόνια μετά, σε έχω ακόμα στη ζωή μου.
Δεν με παράτησες ποτέ, όσες φορές και αν πήγα άθελα μου να σε προδώσω.
Στεκόσουν ακούνητο, στη θέση σου, να με περιμένεις. Υπήρχαν μέρες που καθόσουν κλεισμένο σε ένα δωμάτιο, χωρίς φώς, με τη σκόνη να πλακώνει το σώμα σου , όμως ήξερες πως δεν θα αργήσει η στιγμή που θα έρθω πάλι να σε βρω.

Ήσουν εκεί, στις μεγαλύτερες χαρές μου, όταν ήμουν ερωτευμένη και ήθελα να το φωνάξω χωρίς λόγια, μόνο με πράξεις. Πράξεις κωδικοποιημένες, σε μια γλώσσα που μόνο εσύ και εγώ μιλάμε. Για να μη μας καταλαβαίνει κανείς..

Με μοιραζόσουν συχνά με άλλα πράγματα και ανθρώπους που νόμιζες πως είχαν καλύτερη θέση στην καρδιά μου. Ήξερες όμως πως κάποτε θα καταλάβαινα τι σημαίνεις για εμένα και θα επέστρεφα στην αγκαλιά σου, και έτσι, πάντα με περίμενες υπομονετικά. Με έβλεπες να δίνω αξία σε πρόσωπα που δεν μπορούσαν να με κάνουν χαρούμενη όσο εσύ, και όταν ερχόμουν απογοητευμένη πίσω σε εσένα, στην αρχή με βασάνιζες, προσπαθώντας να με κάνεις να πιστέψω πως ήταν δύσκολο να επιστρέψω κοντά σου. Όμως στο τέλος μου έδινες να καταλάβω πόσο πολύ Σ'
ΑΓΑΠΩ..


Ήσουν εκεί, στις μεγαλύτερες απογοητεύσεις μου. Με έβλεπες να κλαίω από πάνω σου , χωρίς δάκρια. Αισθανόσουν το άγγιγμα μου , που σου μετέφερε τον πόνο μου. Και τότε μου άνοιγες και εσύ την καρδιά σου, με αγκάλιαζες με τη φωνή σου και μου έπαιρνες κάθε στεναχώρια.

Ποτέ δεν τραβήχτηκες, όταν πάνω στα νεύρα μου χτυπούσα τα χέρια μου με μανία πάνω σου, βρίζοντας για την στραβή μου τύχη ή την ανικανότητα μου να βρω μια λύση στο πρόβλημα μου.

ΕΣΥ, μου έδινες πάντα τη λύση. Έπαιρνες τα δάχτυλα μου και τα ακούμπαγες πάνω στην καρδιά σου. Και έχεις τόσο μεγάλη καρδιά, γεμάτη συνδυασμούς που μόνο εγώ ξέρω να ξεκλειδώσω.. Μου ψιθύριζες να συνεχίσω, να εξερευνήσω τα άδυτα σου , να μην τα παρατήσω.

ΕΣΥ, μου πρόσφερες πάντα πίστη, αγάπη και ηρεμία.
ΕΓΩ, σου πρόσφερα τη χαρά μου, τον πόνο μου και τις ανησυχίες που βασάνιζαν το μυαλό μου.

Μου χεις χαρίσει τόσα, και είχα φανεί μαζί σου τόσο εγωίστρια..

Τελικά υπάρχουν ανιδιοτελείς σχέσεις. Και είναι σα τη ΔΙΚΗ ΜΑΣ.

* Ευτυχώς που δεν είσαι άνθρωπος. Γιατί οι άνθρωποι συχνά απογοητεύουν.
Είσαι απλά ένα «ξύλινο όργανο , με πολλές χορδές  που καταφέρνουν να αγγίξουν και τις πιο ξύλινες καρδιές.»
Έχεις την πιο μεγάλη καρδιά και μου χεις δώσει την ευκαιρία να γνωρίσω μαζί σου τον έρωτα , την χαρά , την ευτυχία , την απογοήτευση , τη δυστυχία και την… σωτηρία της ψυχής!

Πρόσφατα, μου χάρισες ένα από τα πολλά κλειδιά που ανοίγουν όλες τις πόρτες της καρδιάς σου.
Ξέρω πως πρέπει να περάσω πάρα πολλές δύσκολες στιγμές μέχρι  να κατακτήσω όλους του πύργους στο απόρθητο φρούριο σου. Να εγκαταλείψω πολλά για να είμαι συνέχεια δίπλα σου.
Δεν φοβάμαι όμως πλέον τίποτα, γιατί ΕΣΥ ΠΟΤΕ ΔΕΝ με πλήγωσες. ΠΟΤΕ δεν με έκανες να ζω στο ψέμα, να βασανίζομαι από τους φόβους μου ή να συνυπάρχω με τις τύψεις μου.
Αντίθετα, έκλεινες τις «πληγές» που άλλοι «ασυναίσθητα» άνοιγαν, μου σιγοτραγουδούσες την αλήθεια, έπαιρνες μακριά τους φόβους μου και σκότωνες τις ενοχές μου.

Είσαι αυτό που με κάνει να πιστεύω ότι υπάρχουν και  μακροχρόνιες σχέσεις που σου χαρίζουν ευτυχία!
Κάποτε με εμπιστεύτηκες… και είναι σειρά μου τώρα να σε εμπιστευτώ και εγώ!!!

Τετάρτη, 20 Ιουνίου 2012

Η αόρατη σκιά...



I love you so it’s scares me to death
I can’t say anymore than I love you…

Κ
άτι άλμπουμ με παλιές φωτογραφίες..
Ένα άρωμα γνώριμο στις αισθήσεις σου…
Το καλοκαίρι που πλησιάζει αλλά ποτέ ξανά δεν θα έρθει όπως το περίμενες..
Και μια λέξη που αρνείσαι να χρησιμοποιήσεις για οτιδήποτε ασήμαντο.

Επιλέγεις να χάσεις πολλά τρένα, από φόβο μήπως ο προορισμός τους δεν είναι αυτός που ονειρεύεσαι. Μήπως το ταξίδι δεν είναι τόσο απρόβλεπτα ανατρεπτικό όσο εκείνο που σου άφησε τα σημάδια του.
Κάθεσαι μόνος στην αποβάθρα και παρατηρείς βουβά. Βλέπεις από την απέναντι μεριά ένα πάλε ποτέ δικό σου κομμάτι να κάνει ένα βήμα μπροστά, να επιβιβάζεται στο ,αντίθετης κατεύθυνσης, τρένο. Πίσω του οι βαριές πόρτες κλείνουν με δύναμη και αυτό απομακρύνεται. Προσπαθείς να φωνάξεις, μα η φωνή σου πνίγεται από τη λογική και όχι από το συναίσθημα. Όσο και να φώναζες εξάλλου, κανείς και τίποτα δεν θα γυρνούσε πίσω.

Συνεχίζεις να είσαι μόνος. Περνάνε αμέτρητα βαγόνια μπροστά από τα μάτια σου. Δεν μπαίνεις σε κανένα μέσα. Απλά ξυπνάς από τις χαοτικές σκέψεις σου , στέκεσαι στα πόδια σου και αποφασίζεις να φύγεις όσο πιο μακριά γίνεται από τον σταθμό των τρένων.
Υπόσχεσαι ότι δεν θα επιστρέψεις ποτέ ξανά σε αυτές τις σκοτεινές αποβάθρες.
Ορκίζεσαι πως θα διαγράψεις όλα όσα σου στοιχειώνουν τα βράδια.
Αποφασίζεις, όταν ακούς αυτό το τραγούδι, να μην αλλάζεις σταθμό, αλλά να μένεις εκεί και να ακούς μέχρι και τον τελευταίο του στίχο.
Ακόμα και αν αυτή η τυχαία στιγμή θέλει εσκεμμένα να σε περιπαίξει, εσύ θα μείνεις εκεί να την ζήσεις μέχρι τέλους.

Ίσως να είναι όλα ένα παιχνίδι τύχης. Μια αστεία σύμπτωση. Ένα κωμικοτραγικό αστείο.
Ακόμα και αν δεν ξαναταξιδέψω με τρένα , πάντα θα θυμάμαι τον υπόκωφο ήχο που προκαλούν καθώς σέρνονται στις γραμμές , όπως έρχονται ή φεύγουν.

Έχω στην τσέπη μου ένα εισιτήριο αεροπλάνου. Ο προορισμός είναι ένα όνειρο  που δεν μοιάζει σε τίποτα με όσα έχω ξαναδεί. Έχει μέσα τη σκιά σου και αυτή θα κρατήσω για παρέα.


Εγώ και εσύ… Για «πάντα» μαζί..

Σάββατο, 2 Ιουνίου 2012

"Ξεγέλασε με" , αν μπορεις...




Μεταξύ λογικής και παραλόγου.. Μεταξύ ουρανού και γης.. Κάπου στο ενδιάμεσο αιωρούμαι ..Είναι τόσο  παράξενο αυτό το συναίσθημα . Όταν δεν ξέρεις τι σου συμβαίνει. Όταν οι αισθήσεις σου παγώνουν και ο εγκέφαλος αρνείται να ερμηνεύσει αντικειμενικά τα ερεθίσματα που λαμβάνει. Είναι χαρά, ευτυχία, ενθουσιασμός, έρωτας, αγάπη, φιλία, ή απλά ένα αίσθημα επιβίωσης  ανάμεσα στο πλήθος? Μια ανάγκη που την προκαλούν οι καταστάσεις ή μια ανάγκη που προκαλείς εσύ ο ίδιος με την παράλογη λογική σου?

Είναι τόσο περίεργα απλή η κατάσταση της «επιθυμίας» σου για κάποιον ή κάτι που τελικά σε γεμίζει αμφιβολίες και φτάνεις να «πνίγεσαι σε μια κουταλιά νερό».
Έχω την τάση να μη δείχνω αυτά που θέλω. Να αποστρέφομαι τις επιθυμίες μου, να αρνούμαι αυτά που μου συμβαίνουν από φόβο μήπως στην πορεία πάψουν να συμβαίνουν. Υψώνω ένα τοίχο γύρω μου, βάζω τα στρατιωτάκια από Lego να φρουρούν την καρδία μου και όταν ο ταχυδρόμος μου φέρνει την αλληλογραφία σου, είναι η στιγμή που εύχομαι να βρω τη δύναμη να διαβάσω όλα τα γράμματα.
Όμως όπως συνήθως, έτσι και τώρα πάλι, δεν τα καταφέρνω. Είναι η πολλοστή φορά που ξεχωρίζω τους καλούς φακέλους από τους κακούς, παίρνω στα χέρια μου την κούπα μου γεμάτη με καφέ  , πετάω αποφασιστικά στα σκουπίδια την σωρό με τα καλά σου λόγια (αυτά που στο άκουσμα τους μου προκαλούν ένα γλυκό μούδιασμα) και προσπαθώντας να πείσω τον εαυτό μου ότι έκανα πάλι το σωστό, βολεύομαι στον καναπέ μου. Μόνη μου, να διαβάζω και να επαναλαμβάνω οτιδήποτε θα μπορούσε να με απωθήσει από εσένα.
Εσύ : Δεν είσαι άνθρωπος. Είσαι η κατάσταση που αναστατώνει την ηρεμία μου. Ένα συναίσθημα που μου προκαλεί  ενόχληση. Έρχεσαι  στη ζωή μου και με βρίσκεις  πάντα τις πιο ακατάλληλες στιγμές. Παίρνεις υπόσταση σε διαφορετικά σώματα κάθε φορά, με προκαλείς να παίξω μαζί σου, προσπαθώντας να αγγίξεις κάθε μου συναίσθημα και να μπλέξεις ακόμα περισσότερο τα κουβάρια στο μυαλό μου.
Είχα δοκιμάσει να σε εμπιστευτώ. Να πιστέψω σε εσένα , να σε έχω μέσα μου και να μπορώ να χαμογελάω , να βγαίνω στην βροχή χωρίς ομπρέλα, να περπατάω στο κρύο χωρίς να με νοιάζει αν κρυώνω . Κάποτε με είχες κυριεύσει.
Μέχρι που με έμαθες πως δεν πρέπει να εμπιστεύομαι τίποτα και κανέναν. Ούτε καν τα δικά μου αισθήματα.  Έτσι αποφάσισα, σιγά-σιγά να μετακομίσω στον γυάλινο μου κόσμο. Σε αυτόν που κανείς δεν με βλέπει να αγαπάω, να θέλω, να διεκδικώ, να ζηλεύω, να πονάω… Οι άλλοι μπορούν να δουν μόνο την απαθή μου πλευρά , αυτή που συνέχεια γελάω, δεν με νοιάζει τίποτα, δεν δίνω σημασία σε κανέναν, δεν με αγγίζουν οι καταστάσεις ούτε τα λόγια κανενός…  Μέσα από τη φούσκα μου φαίνομαι ως κάποια που μπορείς να ασχοληθείς μαζί της όταν βαριέσαι και  να παραπετάξεις εύκολα όταν βρεις κάτι καλύτερο να ασχοληθείς. Έχεις την πεποίθηση ότι σε όλα αυτά εγώ θα γυρίσω απαθέστατα το κεφάλι μου από την άλλη, θα αδιαφορήσω και θα συνεχίσω να ταλαντεύομαι στο «τίποτα».
Δεν ξέρεις όμως, πως εγώ μέσα από την γυάλα μου σε βλέπω. Ακούω τη σκέψη σου να ουρλιάζει και να με κρίνει τόσο κυνικά . Θέλω να σου φωνάξω, πως δεν είμαι αυτή που φαίνομαι. Σε ικετεύω να προσπαθήσεις να σπάσεις τον γυάλινο μου κόσμο, να με κάνεις να πιστέψω ξανά σε αυτό το σιχαμένο συναίσθημα που με τρομάζει.

Αλλά μάταια. Μου επιβεβαιώνεις πως  δίκαια το φοβάμαι.  Πως καλά κάνω και αρνούμαι να δεχτώ αυτό το περίεργο αίσθημα ενθουσιασμού, έρωτα, αγάπης, τρέλας, πόνου, απώλειας ή ότι άλλο μπορεί να συνεπάγεται..
Γιατί ακόμα και αν σε αφήσω να μου κυριεύσεις ξανά το μυαλό.. ακόμα και αν αποφασίσω να σε βάλω στη ζωή μου, κάποια στιγμή θα με παρατήσεις πάλι, χωρίς λόγο και αιτία. Δεν θα σε νοιάξει αν τότε  σε παρακαλέσω να μείνεις.. Αν δεν αντέχω  χωρίς "εσένα". Θα μου γελάσεις σαρκαστικά και θα εξαφανιστείς.. Τόσο απλά….

Γι αυτό δεν μπορώ να σε αποδεχτώ. Εκτός και αν βρεις έναν έξυπνο τρόπο να με «ξεγελάσεις»…….
 !